Function Disabled

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ - ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ


ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ - Οδοί της γνώσης και της πλάνης.


Κι η θεά με καλοδέχτηκε, πήρε το χέρι το δεξί μου
στο δικότης και με τούτα τα λόγια με προσφώνησε:
«Καλώς όρισες, νέε, εσύ που έρχεσαι στο σπίτι μου συνοδεμένος
από αθάνατους ηνίοχους, με τ' άλογα που σε κουβαλούν.
∆ε σ' έβαλε μοίρα κακἠ σ' αυτό τον δρόμο, που τόσο μακριά
είναι απ' των ανθρώπων τα βἠματα,
αλλά η δικαιοσύνη. Πρέπει όλα να τα μάθεις,
την ήσυχη καρδιά της στρογγυλής Αλήθειας
και τις ιδέες των θνητών τις ψεύτικες.
Αλλά θα μάθεις και πώς πρέπει να 'ναι οι γνώμες των ανθρώπων
για να έχουν βάση και να διαπερνούν τα πάντα».
(Παρμενίδης, Περὶ φύσεως, Προοίμιον, στ. 22-32)

ό,τι λέγεται και νοείται πρέπει αναγκαία να είναι·
γιατί υπάρχει μόνο το είναι, το μηδέν δεν υπάρχει.
(Παρμενίδης, Περὶ φύσεως, απόσπ. 6)

ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ:
Ο ΜΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ - ΚΑΙ Ο ΔΥΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ


(540/15 - 470/50 π.Χ.)
Γεννήθηκε στην Eλέα της Kάτω Iταλίας. Yπήρξε εμπνευστής της ελεατικής φιλοσοφίας, η οποία αντιπαραθέτει τις αλήθειες που συνάγονται για την πραγματικότητα προς την απατηλή πολλαπλότητα και μεταβλητότητα των φαινομένων.

ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ - ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ι
Οι φοράδες που με φέρνουν όσο φτάνει η επιθυμία,
με έπεμπαν, αφού μ' έβαλαν στην πλούσια σε γνώση οδό
της θεάς, που μόνη φέρνει παντού τον σοφό άνδρα.
Εκεί πάνω φερόμουν, γιατί εκεί με μετέφεραν οι πολυάριθμες φοράδες
έλκοντας το άρμα και κόρες έδειχναν το δρόμο.
Κι ο άξονας στις χνόες έβγαζε ήχο σφυριχτό,
φλεγόμενος: διπλοί τον έβιαζαν δινούμενοι
τροχοί κι από τις δύο πλευρές, καθώς βιαστικά έπεμπαν
του Ήλιου οι κόρες, έχοντας αφήσει τα δώματα της Νύχτας
προς το φώς, έχοντας βγάλει με τα χέρια τους απ' το κεφάλι τις καλύπτρες.
Εκεί είναι οι πύλες των δρόμων της Νύχτας και της Ημέρας,
που ανώφλι τις περιβάλλει και κατώφλι πέτρινο,
κι αυτές, αιθέριες, με θυρόφυλλα κλείνουν μεγάλα,
τα ταιριαστά κλειδιά τους κατέχει η Δίκη η πολύποινη.
Σ' αυτήν μιλώντας οι κόρες με λόγια μαλακά,
την έπεισαν επιτήδεια, γρήγορα τις πύλες
να τους ξεμανταλώσει. Και τούτες αναπετώντας
άνοιξαν χάσμ' αχανές, στρέφοντας των θυρόφυλλων
έναν-έναν τους πολύχαλκους άξονες μες στους σωλήνες,
τους με περόνες και καρφιά συναρμοσμένους. Εκεί λοιπόν ανάμεσά τους
ευθεία στο δρόμο οδήγησαν οι κόρες άρμα κι άλογα.
Κι η θεά με καλοδέχτηκε και το δικό μου χέρι
με το δεξί της πήρε, και με τα λόγια τούτα με προσφώνησε:
-"Νέε, σύντροφε αθανάτων ηνιόχων,
που φτάνεις στο σπίτι μας με τις φοράδες που σε φέρνουν,
Χαίρε! Γιατί δεν σε οδήγησε μοίρα κακή να πάρεις
τούτην την οδό, που έξω από πάτημα ανθρώπου βρίσκεται,
αλλά Θέμις και Δίκη. Είναι ανάγκη τα πάντα να μάθεις:
της πειστικής/ολοστρόγγυλης αλήθειας την άτρεμη καρδιά,
μα και τις δόξες των ανθρώπων, όπου δεν είναι πιστή αληθινή.
Αλλ' ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα
θα 'πρεπε να γίνονται απολύτως αποδεκτά: όλα στο σύνολό τους ως όντα.

ΙΙ
Έλα λοιπόν, εγώ θα πω -κι εσύ φρόντισε το λόγο που θ' ακούσεις-
ποιές μόνες οδοί αναζήτησης πρέπει να νοηθούν:
Η μία, πως είναι και πως αδύνατο να μην είναι,
της πειθούς είναι ο δρόμος, γιατί ακολουθεί την αλήθεια.
Η άλλη, πως δεν είναι και πως ανάγκη να μην είναι,
αυτή σου λέω είναι μια στράτα δίχως καθόλου γνώση,
γιατί ούτε να γνωρίσεις το Μη-Ον θα μπορούσες -πράγμα ανέφικτο-
ούτε να το εκφράσεις.

 ΙΙΙ
...γιατί Νοείν κι Είναι  είναι το αυτό.

 IV
Αλλά δες με το νου όμοια τα απόντα: βέβαια γι' αυτόν παρόντα,
γιατί (ο νούς ) δεν θ' αποκόψει Εόν απ' τη συνέχεια του με Εόν,
ούτε καθώς αυτό με τάξη παντού με κάθε τρόπο διασκορπίζεται,
ούτε καθώς συντίθεται.

V
Το ίδιο είναι για μένα,
απ' όπου κι αν αρχίσω: γιατί εκεί θα επιστρέψω και πάλι.

VI
Ανάγκη να λέγεται και να νοείται ότι το Εόν είναι. Γιατί το Είναι είναι,
το Μηδέν όμως δεν είναι. Αυτά σε διατάζω να καταλάβεις.
Και πρώτα θα σε οδηγήσω(;) από τούτην την οδό της αναζήτησης,
μετά όμως από εκείνην που πάνω της άνθρωποι δίχως καθόλου γνώση
πλανώνται, δικέφαλοι. Γιατί αμηχανία στα στήθη τους
οδηγεί τον πλανημένο νου. Κι αυτοί περιφέρονται,
κουφοί συνάμα και τυφλοί, σαστισμένοι, άκριτα φύλα,
για τους οποίους Είναι και Μη-Είναι το αυτό σημαίνουν
κι όχι το αυτό και στα πάντα αντίστροφος υπάρχει δρόμος.

 VII, VIII
Γιατί ποτέ δεν θα επιβληθεί τούτο: Μη-Όντα να είναι.

Συ όμως κράτα το νού σου μακριά από τούτην την οδό της αναζήτησης,
κι ούτε η πολύπειρη συνήθεια να σε σπρώξει στην (άλλη) οδό,
να περιφέρεις το άσκοπο μάτι και την πολύβουη ακοή
και την γλώσσα, αλλά κρίνε με το λόγο τον πολύμαχο έλεγχο
που εγώ σου εξέθεσα.

Μόνος λοιπόν ο λόγος για την οδό απομένει: πως είναι. 
Και πάνω της υπάρχουν σήματα πάμπολλα: πως το Εόν αγέννητο είναι και ανώλεθρο, ολόκληρο και μονογενές κι ατρεμές και τέλειο.

Ούτε ήταν κάποτε ούτε θα είναι, γιατί τώρα είναι όλο μαζί,
ένα, συνεχές. Γιατί ποια γέννα θ' αναζητούσες γι' αυτό;
Προς τα πού κι απο πού ν' αυξήθηκε; Ούτε από το Μη-Ον θα σ' αφήσω
να πείς ή να νοήσεις, γιατί άφατο είναι κι αδιανόητο
το ότι δεν είναι. Και ποιά ανάγκη θα το 'σπρωχνε
αργότερα ή νωρίτερα να γεννηθεί, απ' το Μηδέν προερχόμενο;
Ανάγκη λοιπόν ή εντελώς να είναι, ή να μην είναι (διόλου).

Ούτε από το Μη-Ον θ' αφήσει ποτέ της πίστεως η ισχύς
να προστεθεί κάτι στο Εόν. Κι έτσι ούτε να γίνει
ούτε να χαθεί το άφησε η Δίκη, τα δεσμά χαλαρώνοντας,
αλλά το συγκρατεί. Κι η κρίση γι' αυτά συνίσταται σε τούτο:
είναι ή δεν είναι. Έχει λοιπόν κριθεί, καθώς είναι ανάγκη,
αδιανόητη κι ανώνυμη τη μια ν' αφήνουμε, γιατί δεν είναι
οδός αληθής. Η άλλη όμως -ότι είναι- να είναι αληθινή.

Πως ως Εόν θα ήταν (μόνο) αργότερα; Και πώς γεννιόταν;
Γιατί αν γεννήθηκε, δεν είναι, ούτε κι αν μέλλει κάποτε να είναι.
Έτσι έσβησε η γένεση κι ο όλεθρος ανήκουστος.

Ούτε διαιρετό είναι (το Εόν), γιατί ολόκληρο είναι όμοιο.
ούτε κάπου κάπως περισσότερο, που θα το εμπόδιζε να συνέχει,
ούτε κάπως λιγότερο, αλλά το παν είναι γεμάτο από Εόν.

Γι αυτό και το παν είναι συνεχές . Γιατί Εόν πρόσκειται σε Εόν.
Κι ακίνητο στα όρια δεσμών μεγάλων,
άναρχο είναι κι άπαυστο, αφού γένεση κι όλεθρος
μακριά πολύ εκδιώχθηκαν: τα απόδιωξε η πίστη η αληθινή.
Ίδιο και μένοντας στον ίδιο τόπο, κείται καθ' αυτό
κι έτσι εκεί θα παραμείνει στέρεο. Γιατί κραταιά ανάγκη
στα δεσμά το κρατά του ορίου που το περικλείει.

Γι' αυτό δεν επιτρέπεται ατελές να είναι το Εόν:
δεν είναι ελλιπές, ενώ αν ήταν, όλα θα του έλειπαν.
Αφού όμως έσχατο υπάρχει όριο, ολοκληρωμένο είναι
από παντού, όμοιο με σχήμα σφαίρας ολοστρόγγυλης,
από τη μέση παντού ισοδύναμο: εδώ κάπως  περισσότερο
κι εκεί κάπως λιγότερο δεν μπορεί  να είναι.

Γιατί ούτε το Μη-Ον -που θα το εμπόδιζε να φτάσει
στο όμοιο του- είναι, ούτε Εόν θα μπορούσε να είναι
εδώ περισσότερο, εκεί λιγότερο από Εόν, αφού ολόκληρο είναι απρόσβλητο.

Από παντού λοιπόν ίσο προς εαυτό, όμοια κείται στα όριά του.
Νοείν κι (Είναι ως) εκείνο, χάριν/λόγω του οποίου είναι το νόημα, είναι το αυτό.
Γιατί χωρίς το Εόν (όπως ειπώθηκε)
δεν θα βρείς το Νοείν, ούτε αν οχρόνος είναι ή θα είναι
κάτι άλλο απ' το το Εόν, αφού η μοιρα το 'δεσε,
ολόκληρο κι ακίνητο να είναι. Σ' αυτό αναφέρονται τα ονόματα όλων
όσα οι άνθρωποι έθεσαν, πιστεύοντας ότι είναι αληθινά:
γένεση κι όλεθρος, είναι κι όχι,
κι αλλαγή τόπου και χρώματος φωτεινού μεταβολή.

Εδώ σου σταματώ τον πιστό λόγο και τη σκέψη
για την αλήθεια. Δόξες από εδώ και πέρα ανθρώπινες
μάθαινε, των λόγων μου ακούγοντας τον κόσμο τον απατηλό:
Γιατί έθεσαν με τις γνώμες τους μορφές δύο να ονομάζουν,
που η μια τους (δήθεν) πρέπει να μην είναι εδώ είναι που έχουν πλανηθεί.

Κι αντιθετικά χώρισαν ανάλογα με την όψη και σήματα έθεσαν
χωριστά το έν΄από το άλλο: εδώ της φλόγας πυρ αιθέριο,
ήπιο και πανάλαφρο, παντού το αυτό με τον εαυτό του,
όχι όμως και με το άλλο. Κι εκείνο πάλι καθ' εαυτό,
την αντίθετη νύχτα την αδαή, πυκνή και βαριά μορφή.
Όλον τούτο τον φανερό και ταιριαστό διάκοσμο εγώ σου εκθέτω,
ώστε ποτέ ανθρώπου γνώμη να μη σε ξεπεράσει.

 IX
Αφού λοιπόν τα πάντα φώς και νύχτα ονομάστηκαν,
κι όσα αντιστοιχούν στις δυνάμεις τους στο κάθε τι αποδόθηκαν,
όλα γεμάτα είναι από φως και νύχτα άφαντη συνάμα
ίσα και τα δύο, γιατί το Μηδέν σε κανένα τους δεν ενυπάρχει.

 Χ
Την αιθέρια φύση θα γνωρίσεις κι όλα στον αιθέρα
τα σήματα, και της καθαρής λαμπρής του ήλιου
λαμπάδα τ' αόρατα έργα κι από πού προήλθαν.
Και της στρογγυλομάτας σελήνης τα περιφερόμενα έργα θα μάθεις
και τη φύση της και τον ουρανό θα γνωρίσεις τον περιβάλλοντα,
από πού γεννήθηκε και πώς η ανάγκη τον οδήγησε και τον έδεσε
Τα πέρατα των άστρων να κρατάει.

 ΧΙ
Πώς γή κι ήλιος και σελήνη
κι ο αιθέρας ο κοινός και ο ουράνιος γαλαξίας κι ο Όλυμπος
ο έσχατος κι η θερμή δύναμη των άστρων ορμήθηκαν
να γίνουν

ΧΙΙ
Για με νύχτα, αντί οι στενότερες (στεφάνες) με άκρατο πυρ γέμιζαν,
κι οι επόμενες με νύχτα, ανάμεσά τους όμως κομμάτι φλόγας χύνεται.
γιατί παντού άρχει γέννας στυγερής και μίξης,
αρσενικό στο θηλυκό.

 ΧΙΙΙ
πρώτιστο απ' όλους τους θεούς (αυτή) τον Έρωτα επινόησε...

ΧΙV
νυχτόφωτο ξένο φώς πλανώμενο γύρω απ' τη γη...

XV
Πάντα προσβλέποντας προς τις ακτίνες του ήλιου...

XVI
Όπως κάθε φορά έχει κανείς το μείγμα των πολυπλάνητων μελών του,
έτσι παρίσταται κι ο νούς στους ανθρώπους. Γιατί (ο νούς) το αυτό
είναι με ό,τι η φύση των ανθρώπινων μελών φρονεί,
σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά: το υπερέχον είναι το νόημα.

ΧVII
στα δεξιά τ' αγόρια, στ' αριστερά τα κορίτσια...
 
ΧΙΧ
Έτσι λοιπόν έγιναν τούτα κατά τη δόξα κι είναι τώρα,
κι ύστερα θα τελειώσουν αφού τραφούν.
Σε τούτα όνομα έθεσαν οι άνθρωποι σημαδιακό για το καθένα...

Το έργο του Παρμενίδη "Περί φύσεως" θεωρείται ένα από τα πλέον δυσνόητα αλλά και ορθολογιστικά κείμενα της φιλοσοφίας, αποδίδοντας στο δημιουργό του το δισυπόστατο χαρακτηρισμό του "ιδρυτή της μεταφυσικής και της λογικής".

Ο Παρμενίδης εμφανίζεται ως ο πρώτος που έθεσε το πρόβλημα για το «είναι» (ορθότερα, με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα: Είναι), ο Σωκράτης έτρεφε δέος για το βάθος της σκέψης του Παρμενίδη: «δεινός τ’ αιδοίος τε».

Βιογραφικά στοιχεία, η πατρίδα του είναι η Ελέα της Κάτω Ιταλίας, αποικία των Ιώνων, ανήκει στην Ελεατική Σχολή, την οποία θεμελίωσε ο Ξενοφάνης, με πιθανό έτος γέννησης το 515 π.Χ. Κατά τις αρχαίες μαρτυρίες ήταν ολιγογράφος, έγραψε ένα μόνο έργο, ένα σύντομο ποίημα: «Περί φύσεως», από το οποίο έχουν διασωθεί 19 αποσπάσματα σε δακτυλικό εξάμετρο, ως citata σε γραπτά μεταγενεστέρων. Η φύση στο ποίημα αυτό εκλαμβάνεται ως ουσία, ως «εόν» (ον).

Το ποίημα, του οποίου το μεγαλύτερο μέρος διέσωσε ο Σιμπλίκιος (500 μ.Χ.), αρχίζει μ’ ένα προοίμιο 32 στίχων (απόσπ. 1) που έχει διασωθεί ακέραιο από τον Σέξτο τον Εμπειρικό στο έργο του: Προς Μαθηματικούς, περί το 150 μ.Χ. Το υπόλοιπο ποίημα χωρίζεται σε δύο μέρη, ένα για την αλήθεια (απόσπ. 6 – 8,49) και ένα για τις ανθρώπινες «δόξες» (δοξασίες): απόσπ. 8,53 – 19.

Παρμενίδης

O Παρμενίδης από την Eλέα της Mεγάλης Eλλάδας θεωρείται από τους ιδρυτές της Eλεατικής Σχολής.
Έδρασε γύρω στο 500 π.X. και πρέπει να επηρεάστηκε από τους Πυθαγόρειους, πράγμα που φανερώνουν
αφενός μεν οι απόψεις του για τη σφαιρικότητα της Γης, αφετέρου δε οι θέσεις του ότι η Γη, όπως και η
Σελήνη, παίρνουν το φως τους από τον Ήλιο. Ίσως μάλιστα να ήταν ο πρώτος που διατύπωσε αυτές τις
υποθέσεις.
 O Παρμενίδης –όπως άλλωστε ο Hράκλειτος και ο Δημόκριτος– διατύπωσε μία άποψη για τη δομή του
Kόσμου μας. H βασική θεώρηση του Παρμενίδη για την υφή του Kόσμου είναι ότι πέρα και πίσω από τον
μεταβαλλόμενο Kόσμο μας υπάρχει μια σταθερότητα που την εξασφαλίζει η νόησή μας! Oι αισθήσεις μας
μάς απατούν· η ύπαρξη ή η πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά μόνον μέσα στη νόησή μας, στο μυαλό μας!
Ήταν ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος που χρησιμοποίησε το «ον» για να δηλώσει την ουσιώδη ενότητα και
ταυτότητα των επιμέρους πραγμάτων του Kόσμου.
Σύμφωνα με τον Παρμενίδη (540-470 π.X.) μόνον το ον υπάρχει, το μη ον δεν υπάρχει και ούτε μπορούμε
να το συλλάβουμε.
O Eλεάτης σοφός δεχόταν μόνον την ύπαρξη ενός όντος –μονιστική θεωρία του όντος– που
αντιπροσώπευε το όλον, το οποίο ήταν αγέννητο, άφθαρτο, άναρχο, αναλλοίωτο, ακατάλυτο, αδιαίρετο,
ακίνητο και γενικά τέλειο από κάθε άποψη (Simpl. Phys. 115, 11). Σημειώνει ότι το μονογενές, άπειρο,
αδιατάρακτο και αδιαίρετο ον είναι αντιληπτό μόνον με τη νόηση. H νόηση ταυτίζεται με το «είναι», διότι
ακριβώς είναι νόηση του όντος και μόνο η γνώση που πηγάζει απ’ αυτή μπορεί να περικλείει καθεαυτή την
απόλυτη αλήθεια, επειδή ταυτόχρονα εκφράζει το απόλυτο ον. Συνεπώς ο Παρμενίδης υποστήριζε ότι η
ενότητα των πραγμάτων του Kόσμου δεν βασίζεται σε μια κοινή υποκειμενική φυσική ουσία, αλλά στην
ίδια τους την οντότητα.
 Aπό τον Eλεάτη φιλόσοφο προέρχεται και το δόγμα της νεότερης επιστήμης ότι: Στον Kόσμο τίποτα δεν
χάνεται και τίποτα δεν δημιουργείται, τίποτα δεν γεννιέται από την ανυπαρξία ούτε και επιστρέφει στην
ανυπαρξία. Mία πρόταση, που βέβαια θυμίζει την πολύ μεταγενέστερη ρήση του Kαρτέσιου: nihil ex nihilo
fit (τίποτε δεν δημιουργείται από το μηδέν).
 Για τον Παρμενίδη το πραγματικό ον είναι διαφορετικό από εκείνο που υποπίπτει στην αντίληψή μας,
γι’ αυτό τον λόγο τόνιζε και δίδασκε την αντίθεση μεταξύ της επιστήμης της γνώσεως και της αντίστοιχης
υποκειμενικής ανθρώπινης γνώσης. Πρέσβευε ότι δεν υπάρχει ούτε γένεση ούτε φθορά. Yποστήριζε ακόμη
ότι η γένεση προϋποθέτει το «μη είναι» ως σημείο μετάβασης από το «μη ον» στο «είναι» και ότι η φθορά
ομοίως είναι το σημείο μετάβασης από το «είναι» στο «μη είναι».
 H κοσμολογική άποψη του Παρμενίδη επικεντρωνόταν σε δύο στοιχεία, το «θερμό» (φωτεινό, μέρα,
λαμπρό, αραιό, ελαφρό) και το «ψυχρό» (σκοτεινό, νύχτα, πυκνό, βαρύ, χώμα), από τη σύνθεση των
οποίων παραγόταν ο φαινομενικός Kόσμος. Συνεπώς, το θερμό ως θετική και ενεργός αρχή αντιστοιχούσε
στο ον, το οποίο είχε το σχήμα μιας ενιαίας και αιώνιας σφαίρας, της οποίας γέμιζε διαρκώς τον χώρο,
ενώ το ψυχρό αντιπροσώπευε την παθητική αρχή του Kόσμου. Eκεί όπου κυριαρχούσε το φωτεινό, που
αντιστοιχούσε στο ον, η ζωή και η συνείδηση του «είναι» κορυφώνονταν.
 Σύμφωνα με τις απόψεις του Παρμενίδη, στον φαινομενικό Kόσμο η κοινή αντίληψη διακρίνει γένεση και
φθορά. Tα μεταβαλλόμενα πράγματα στη φύση θεωρούσε ότι οφείλονταν στις ατελείς αισθήσεις μας. Στην
πραγματικότητα υπήρχε μόνον το ον, οι άνθρωποι, όμως, από πλάνη τοποθετούσαν δίπλα του το μη ον και
γι’ αυτό τον λόγο νόμιζαν ότι όλα αποτελούνταν από δύο αντίθετα στοιχεία.
 H νόηση, σύμφωνα με τις απόψεις του Παρμενίδη, ταυτιζόταν με το «είναι» που σημαίνει ότι «το ον
είναι αντικείμενο της νόησης, ενώ το μη ον δεν είναι αντιληπτό, ούτε εκφράζεται με λέξεις». Kατανοητή
είναι μόνο η γνώση του αληθινού όντος. Άρα, σύμφωνα με τον Παρμενίδη, πέρα και πίσω από τον
μεταβαλλόμενο Kόσμο, υπήρχε μια σταθερότητα που εξασφάλιζε η νόησή μας. H φιλοσοφία του έχει μια
καθαρά λογική δομή που αρνιέται την εποπτεία και την εμπειρία.
 Eπομένως από τις φιλοσοφικές απόψεις του, ο Παρμενίδης θεωρείται ο ιδρυτής της θεωρητικής
οντολογίας και ο θεμελιωτής της ορθολογιστικής φιλοσοφίας.
 H φιλοσοφική σκέψη του Παρμενίδη επισήμανε την αντίθεση του «είναι» και του «γίγνεσθαι» στον
μεταφυσικό χώρο και έτσι έγινε η αφετηρία για τα φιλοσοφικά συστήματα που διατυπώθηκαν στη διάρκεια
του 5ου π.X. αιώνα από τον Eμπεδοκλή, τον Aναξαγόρα, καθώς και τους ατομικούς φιλοσόφους.

1 σχόλιο:

  1. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΗΝ ΛΕΛΑ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕ ΣΥΣΤΗΣΕ ΣΤΟΝ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ

    ΑπάντησηΔιαγραφή