Function Disabled

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ - ΗΘΙΚΑ - ΠΕΡΙ ΣΑΡΚΟΦΑΓΙΑΣ


Ο Πλούταρχος (περ.45μ.Χ.-120) ήταν Έλληνας Ιστορικός, Αρχιερέας του Απόλλωνα στο Μαντείο των Δελφών, Βιογράφος και Δοκιμιογράφος. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και έλαβε αξιόλογη φιλοσοφική, επιστημονική, ιστορική και φιλολογική μόρφωση. Αναφέρεται ότι σπούδασε στην Ακαδημία των Αθηνών, όπου είχε δάσκαλο τον Αμμώνιο.

Γεννημένος στη μικρή πόλη της Χαιρώνειας, στην Βοιωτία, πιθανώς κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κλαύδιου, ο Μέστριος Πλούταρχος ταξίδεψε πολύ στον μεσογειακό κόσμο της εποχής του και δύο φορές στη Ρώμη, Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Χαιρώνεια, όπου λέγεται ότι μυήθηκε στα μυστήρια του Απόλλωνα.

Ήταν πρεσβύτερος των ιερέων του Απόλλωνα στο Μαντείο των Δελφών, όπου ήταν υπεύθυνος για την ερμηνεία των χρησμών της Πυθίας, αξίωμα που κράτησε για 29 έτη έως τον θάνατό του. 

Έζησε μια ιδιαίτερα δραστήρια κοινωνική και πολιτική ζωή, κατά τη διάρκεια της οποία παρήγαγε ένα απίστευτο Σώμα κειμένων, που επιβίωσαν ως την εποχή μας.
Εκτός από τα καθήκοντά του ως Ιερέας του Δελφικού ναού, ο Πλούταρχος ήταν επίσης ο Άρχων στην Χαιρώνεια (Εκείνος που Ηγήται της Πόλεως) και αντιπροσώπευσε την ιδιαίτερη πατρίδα του σε διάφορες αποστολές σε ξένες χώρες.

Τα Ηθικά συγγράμματα περιλαμβάνουν έναν εκτεταμένο κύκλο θεμάτων, από τη μεταφυσική, τη θρησκεία, την παιδαγωγική, την ιστορία, την πολιτική, την αρχαιολογία, την αστονομία, τη φυσική, και αποτελούν έναν θησαυρό πληροφοριών και φιλολογικών πηγών. Συνεπώς , ο γενικός τίτλος Ηθικά δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην ποικιλία των συγγραμμάτων αυτών, εκφράζει όμως τη βασική τάση του ηθικολόγου Πλουτάρχου, που ζητούσε πάντοτε την εφαρμογή της αρετής σε όλες τις εκδηλώσεις της πρακτικής ζωής και του πνεύματος. Από τα συγγράμματα αυτά φαίνεται ότι ο Πλούταρχος ήταν οπαδός της πλατωνικής φιλοσοφίας, αλλά με επιδράσεις πυθαγόρειες και αριστοτελικές.


Ο Πλούταρχος, ανάμεσα στα πάμπολλα λοιπά ζητήματα της ζωής, τοποθετήθηκε και στο θέμα της διατροφής. Στους δύο λόγους του "Περί Σαρκοφαγίας" αναλύει γιατί είναι προτιμότερο να αποφεύγει κανείς την κατανάλωση κρέατος. 



ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ - ΗΘΙΚΑ


ΠΕΡΙ ΣΑΡΚΟΦΑΓΙΑΣ ΛΟΓΟΣ Α'

Εσύ ρωτάς για ποιο λόγο ο Πυθαγόρας απέφευγε να τρώει κρέας, εγώ, αντίθετα, απορώ τι έπαθε και τι ένιωθε ο πρώτος άνθρωπος και ακούμπησε το στόμα του σε αίμα σκοτωμένου πλάσματος, πλησίασε τα χείλη του σε σάρκα πεθαμένου ζώου και, παραθέτοντας σε τραπέζι μπαγιατεμένα πτώματα, ονόμασε λιχουδιές και νοστιμιές τα μέρη που λίγο πριν βρυχόνταν, μιλούσαν, κινούνταν και έβλεπαν. Πώς τα μάτια του άντεξαν να δουν το αίμα πλασμάτων που σφάζονταν, γδέρνονταν, διαμελίζονταν, πώς η όσφρησή του άντεξε την αποφορά, πώς η σκέψη του μιάσματος δεν απέτρεψε τη γλώσσα να αγγίζει ξένα έλκη και να απολαμβάνει τους χυμούς και τα υγρά θανασίμων τραυμάτων.

"Τα δέρματα ανατρίχιασαν και τα κρέατα γύρω στις σούβλες μούγκρισαν, ψημένα και ωμά, όταν ακούστηκε η φωνή των βοδιών"{Ομήρου Οδύσσεια}

Τούτο βέβαια είναι πλάσμα της φαντασίας και μύθος, το δείπνο όμως είναι στ αλήθεια τερατώδες, να πεινάει κάποιος για ζώα που μουγκρίζουν ακόμα, να υποδεικνύει με ποια ζώα πρέπει να τρεφόμαστε, ενώ αυτά είναι ακόμα ζωντανά και μιλούν, και να επινοεί μεθόδους για την άρτυση, το ψήσιμο και το σερβίρισμα των φαγητών. Την περίπτωση εκείνου που εγκαινίασε την τακτική τούτη πρέπει να εξετάσει κάποιος και όχι αυτού που τη σταμάτησε έστω και αργά.

Ή μήπως, όσον αφορά εκείνους που πρώτοι δοκίμασαν να φάνε κρέας, θα πρέπει να πούμε πως τους έσπρωξε η φτώχεια, διότι ούτε τον καιρό τους περνούσαν με την εκπλήρωση άνομων επιθυμιών ούτε, έχοντας σε υπεραφθονία τα αναγκαία, ξεπέρασαν τα όρια προς ηδονές παρά φύση, αδιαφορώντας για τα άλλα ζωντανά πλάσματα, και κατέληξαν σε αυτήν την πρακτική, αλλά θα έλεγαν, αν τώρα δα ανακτούσαν αίσθηση και φωνή: 

"Ευλογημένοι κι αγαπημένοι των θεών εσείς οι τωρινοί, τι εποχή σας έλαχε να ζήσετε, να καρπώνεστε και να απολαμβάνετε κληρονομιά τα άφθονα αγαθά! Πόσα φυτρώνουν για σας και πόσα τρυγάτε! Πόσο πλούτο από τους κάμπους, πόσες ηδονές μπορείτε να δρέπετε από τα φυτά! Έχετε τη δυνατότητα να καλοπερνάτε χωρίς να λερώνετε τα χέρια σας με αίμα! Εμάς όμως δέχτηκε μέρος του χρόνου της ζωής πολύ σκυθρωπό και φοβερό, αφού από την ώρα που γεννηθήκαμε πέσαμε σε μεγάλη και πνιγηρή φτώχεια. Τότε αέρας έκρυβε ακόμη τον ουρανό και τα άστρα, ανακατεμένος με θολή και αδιαπέραστη υγρασία, φωτιά κι ανεμοζάλη. Ο ήλιος ακόμη δεν είχε σταθεί ακίνητος και σταθερός, από ποταμούς που χύνονταν εδώ κι εκεί, πολλές περιοχές της δεν είχαν μορφή λόγω των νερών που λίμναζαν, και η ίδια ήταν σε άγρια κατάσταση με τις παχιές λάσπες, τις άφορες λόχμες και τα δάση. Συγκομιδή ήμερων καρπών δεν υπήρχε, ούτε εργαλείο τέχνης ούτε ίχνος επινοητικότητας. Η πείνα δε μας έδινε χρονικά περιθώρια ούτε ο σπόρος... μπορούσε τότε να περιμένει τις εποχές του έτους. 

Πού το παράξενο λοιπόν αν φάγαμε σάρκες ζώων παρά τις επιταγές της φύσης, τότε που και η λάσπη τρωγόταν και φλοιός δέντρου φαγώθηκε και το να βρεις άγρωστη με βλαστάρια ή καλαμιού ρίζα ήταν ευτύχημα; Όταν γευτήκαμε και φάγαμε βαλανίδια, χορέψαμε από τη χαρά μας γύρω από μία βαλανιδιά, αποκαλώντας τη δωρήτρια ζωής, μητέρα και τροφό. Αυτή ήταν η γιορτή που γνώριζε τότε η ζωή, ενώ όλα τα άλλα ήταν μελαγχολικά και άγρια. Εσάς τους τωρινούς όμως ποια λύσσα και ποια αχόρταγη λαχτάρα σας οδηγεί να βάφετε τα χέρια σας με αίμα, τη στιγμή που σας προσφέρονται τόσα για τις ανάγκες σας; 

Γιατί κατηγορείτε άδικα τη γη πως δε μπορεί να σας τρέφει; Γιατί ασεβείτε προς τη θεσμοφόρο Δήμητρα και προσβάλλετε τον ήμερο και μειλίχιο Διόνυσο, λες και δεν παίρνετε αρκετά από αυτούς; Δεν ντρέπεστε να ανακατεύετε τους ήμερους καρπούς με αίμα από σφαγή; Αποκαλείτε άγρια ζώα τα φίδια, τις λεοπαρδάλεις και τα λιοντάρια, ενώ οι ίδιοι σφάζετε και σκοτώνετε χωρίς να τους αφήσετε περιθώρια να σας ξεπεράσουν σε ωμότητα. Για εκείνα τα σκοτωμένα ζώα είναι τροφή, για εσάς λιχουδιά."

Πράγματι, δεν τρώμε βέβαια λιοντάρια και λύκους για να αμυνθούμε. Αυτά τα αφήνουμε και , αντίθετα, πιάνουμε και σκοτώνουμε τα άκακα, τα εξημερωμένα, όσα δεν έχουν κεντρί ούτε δόντια να δαγκώσουν, τα οποία, μα το Δία, γέννησε η φύση για την ομορφιά και τη χάρη τους.


Τίποτα δε μας συγκινεί, ούτε η ανθηρή όψη της σάρκας ούτε η γοητευτική μελωδική φωνή ούτε η επινοητικότητα της ψυχής ούτε ο καθαρός τρόπος ζωής και η ξεχωριστή νοημοσύνη των άμοιρων ζώων, αλλά για μικρό κομμάτι σάρκας αφαιρούμε την ψυχή, το φως του ήλιου, τα χρόνια της ζωής, για τα οποία έχει γεννηθεί κι έχει φτιαχτεί από τη φύση ( το ζωντανό πλάσμα). Ακόμη, τις φωνές και τα γρυλίσματά του θεωρούμε άναρθρους ήχους και όχι παρακλήσεις, δεήσεις και επικλήσεις για δικαιοσύνη του καθενός τους που λέει: "Δεν σου ζητώ να με λυπηθείς στην ανάγκη σου, αλλά μην προχωρήσεις στην ύβρη. Αν είναι για να φας, σκότωσέ με, αν είναι για να φας πιο ευχάριστα, μη με σκοτώνεις". Τι ωμότητα! Είναι τρομακτικό να βλέπεις να στρώνεται τραπέζι πλουσίων, που έχουν νεκροστολιστές μάγειρες και παρασκευαστές περίπλοκων φαγητών, ακόμη πιο φοβερό όμως (να το βλέπεις) όταν ξεστρώνεται, διότι όσα έχουν μείνει είναι περισσότερα απ' όσα έχουν φαγωθεί. Επομένως τα ζώα μάταια πέθαναν. Άλλα πάλι από τα σερβιρισμένα τα λυπούνται, δεν θέλουν να τα δουν κομμένα και τεμαχισμένα και δεν τα αγγίζουν νεκρά, αν ήταν όμως ζωντανά, δε θα δίσταζαν.

Ωστόσο επιτρέψαμε στους άνδρες εκείνους να πουν ότι η αρχή είναι στη φύση... 

Το ότι δεν είναι στη φύση του ανθρώπου να τρώει κρέας φαίνεται κατ' αρχάς από την κατασκευή των σωμάτων. Πράγματι, το ανθρώπινο σώμα δε μοιάζει με κανενός ζώου απ΄όσα έχουν φτιαχτεί για να τρώνε κρέας, δεν υπάρχουν προτεταμένα χείλη, μυτερά νύχια, κοφτερά δόντια, γερό στομάχι και θερμή πνοή ικανή να μετατρέψει και να επεξεργαστεί τα βαριά συστατικά του κρέατος. Ως εκ τούτου η φύση με τα λεία δόντια, το μικρό στόμα, τη μαλακιά γλώσσα και την αδυναμία της πνοής για πέψη αποκλείει τη σαρκοφαγία. Αν υποστηρίζεις πως είσαι φτιαγμένος για τέτοιου είδους τροφή, πρώτα σκότωσε ο ίδιος αυτό που θέλεις να φας, από μόνος σου, χωρίς να χρησιμοποιήσεις κοπίδι, ρόπαλο ούτε πελέκι. Αντίθετα, όπως οι λύκοι, οι αρκούδες και τα λιοντάρια σκοτώνουν μόνα τους τα ζώα που τρώνε, σκότωσε με δάγκωμα βόδι ή με το στόμα γουρούνι, ξέσκισε αρνί ή λαγό και πέσε πάνω του να το φας όσο είναι ακόμα ζωντανό, όπως εκείνα. Αν περιμένεις να βρεθεί νεκρό αυτό που τρως και η παρουσία ψυχής σε κάνει να ντρέπεσαι στο να φας τη σάρκα, γιατί τρως το άψυχο πηγαίνοντας ενάντια στη φύση; Ωστόσο, ούτε άψυχο και νεκρό το τρώνε όπως είναι, αλλά το βράζουν, το ψήνουν, το μεταβάλλουν με φωτιά και χημικές ουσίες, αλλοιώνοντας, μετατρέποντας και σβήνοντας με μύρια καρυκεύματα τη γεύση του αίματος, ώστε το γευστικό όργανο να εξαπατηθεί και να δεχτεί ό,τι του είναι ξένο. Έξυπνη ήταν βέβαια η απάντηση του Λάκωνα, που αγόρασε μικρό ψάρι σε πανδοχείο και ζήτησε από τον πανδοχέα να του το ετοιμάσει. Όταν εκείνος του ζήτησε τυρί, ξίδι και λάδι, απάντησε: "Αν τα είχα, δε θα αγόραζα ψάρι". Εμείς όμως είμαστε τόσο λεπτεπίλεπτοι, μολονότι μολύνουμε τα χέρια μας με αίμα, ώστε αποκαλούμε το κρέας προσφάγι κι έπειτα χρειαζόμαστε άλλα συμπληρώματα για το ίδιο το κρέας, ανακατεύοντας λάδι, κρασί, μέλι, ψαρόζουμο, ξίδι μαζί με μυρωδικά από τη Συρία και την Αραβία, σαν να ενταφιάζουμε πράγματι νεκρό. Μα ακόμη κι αφού αυτά διαλυθούν, μαλακώσουν και υποστούν προκαταβολικά πέψη, είναι δύσκολο στην πέψη να επικρατήσει και, αν νικηθεί, προκαλεί φοβερό βάρος και νοσηρές μορφές δυσπεψίας.

Ο Διογένης τόλμησε να φάει χταπόδι ωμό ώστε να βάλει τέρμα στην επεξεργασία του κρέατος με τη φωτιά. Ενώ είχαν σταθεί γύρω του άνθρωποι πολλοί, αφού κάλυψε το κεφάλι του με τον τριβώνα, πλησιάζοντας το κρέας στο στόμα του, είπε: "Για χάρη σας εκθέτω τη ζωή μου σε κίνδυνο", κίνδυνο, μα το Δία, αληθινά ωραίο. Όπως ο Πελοπίδας για να ελευθερώσει τη Θήβα ή όπως ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων για χάρη των Αθηναίων, δεν έθεσε ο φιλόσοφος τη ζωή του σε κίνδυνο, παλεύοντας με ωμό χταπόδι, για να αποθηριώσει τη ζωή των ανθρώπων; Τα κρέατα που τρώμε δεν είναι μόνον για τα σώματα παρά φύση, αλλά χοντραίνουν και τις ψυχές με την υπεραφθονία και τον κορεσμό. "Το κρασί και η υπερβολική κρεοφαγία κάνουν πράγματι το σώμα δυνατό και ρωμαλέο, την ψυχή όμως ασθενική". Για να μη θίξω τους αθλητές, καταφεύγω σε συγγενικά μου παραδείγματα. Οι κάτοικοι της Αττικής αποκαλούσαν εμάς του Βοιωτούς χοντρούς, αναίσθητους και ηλίθιους κυρίως λόγω της αδηφαγίας. 

"λάμψη ξηρή είναι η πιο σοφή ψυχή", σύμφωνα με τον Ηράκλειτο.

Τα άδεια πιθάρια, όταν τα χτυπήσεις, ηχούν, όταν γεμίσουν όμως, δεν απαντούν στο χτύπημα. Τα λεπτά χαλκώματα πάλι μεταδίδουν τους ήχους κυκλικά, μέχρις ότου, ακουμπώντας κάποιος το χέρι του, δημιουργήσει φράγμα και φιμώσει τον ήχο που παράγεται, καθώς το χτύπημα μεταφέρεται κυκλικά. Το μάτι πάλι, αν γεμίσει με πλεονάζον υγρό, θαμπώνεται, ατονεί και δε μπορεί να εκτελέσει το έργο του. Κοιτάζοντας επίσης τον ήλιο μέσα από αέρα που μάζεψε υγρασία και πλήθος αναφομοίωτων αναθυμιάσεων, τον βλέπουμε όχι καθαρό και λαμπρό, αλλά βυθισμένο σε αχλή με ακτίνες που ξεγλιστρούν και χάνονται. Έτσι επομένως και μέσα από σώμα ταραγμένο, παραφορτωμένο και βαρύ από τροφές αταίριαστες η λάμψη της ψυχής και το φέγγος της φτάνουν κατ' ανάγκη αδύναμα και θολά, πλανιούνται και είναι ασταθή, εφόσον η ψυχή δε διαθέτει φως και ένταση για να εισχωρήσει στα λεπτά και αδιόρατα σημεία της πραγματικότητας.


Μα και πέρα από αυτά, δε θεωρείς πως ο εθισμός στην αγάπη για τα άλλα πλάσματα είναι θαυμάσιο πράγμα; Ποιος θα μπορούσε να αδικήσει άνθρωπο, αν αντιμετωπίζει με τόση πραότητα και αγάπη πλάσματα ξένα και όχι συγγενικά; Πριν δύο μέρες, σε κάποια συζήτηση, ανέφερα τη ρήση του Ξενοκράτη, ότι οι Αθηναίοι τιμώρησαν εκείνον που έγδαρε το κριάρι ζωντανό. Κατά την άποψή μου, όποιος βασανίζει πλάσμα που δε ζει δεν είναι χειρότερος από εκείνον που αφαιρεί τη ζωή και σκοτώνει, αλλά, απ' ό,τι φαίνεται, νιώθουμε πιο έντονα αδικίες που είναι αντίθετες στη συνήθεια  και τη φύση. Τούτα εξέφρασα σε εκείνη την περίπτωση με πιο απλό τρόπο, τη μεγάλη όμως, μυστηριώδη και απίστευτη για ανθρώπους προικισμένους, που σκέφτονται σαν θνητοί, όπως λέει ο Πλάτων, αρχή, στην οποία βασίζεται η άποψή μου, διστάζω ακόμα να φέρω προς συζήτηση, όπως ο ναυτικός διστάζει να ρίξει το πλοίο του σε κακοκαιρία ή ο θεατρικός συγγραφέας να υψώσει το σκηνικό μηχάνημα στη μέση του δράματος. Δεν είναι ίσως αταίριαστο να προετοιμάσει κάποιος το κοινό, αναφέροντας από πριν του στίχους του Εμπεδοκλή... Εδώ αναφέρεται αλληγορικά στις ψυχές, ότι δηλαδή, τιμωρούμενες για φόνους, βρώση σαρκών και κανιβαλισμό, έχουν δεθεί με σώματα θνητά. Ωστόσο, τούτη η άποψη φαίνεται να είναι ακόμη πιο παλιά, εφόσον τα μυθικά πάθη και ο διαμελισμός, που αναφέρονται για το Διόνυσο, και αυτά που τόλμησαν να κάνουν οι Τιτάνες εναντίον του και να τον φάνε, η τιμωρία τους, τέλος, για το φόνο και η κεραυνοβόλησή τους, είναι μύθος που αναφέρεται υπαινικτικά στην αναγέννηση, διότι στο άλογο στοιχείο μέσα μας, στο στοιχείο της αταξίας και της βίας που είναι όχι θεϊκό αλλά δαιμονικό, έδωσαν οι αρχαίοι το όνομα Τιτάνες, που σημαίνει αυτούς που τιμωρούνται και αποτίουν τα δέοντα για τις αδικίες τους.



ΠΕΡΙ ΣΑΡΚΟΦΑΓΙΑΣ ΛΟΓΟΣ Β'

Ο λόγος μας αναγκάζει με φρέσκο μυαλό και καινούριο ζήλο να ασχοληθούμε με το μπαγιατεμένο θέμα της σαρκοφαγίας. Είναι δύσκολο βέβαια, όπως είπε ο Κάτων, να μιλάει κάποιος σε κοιλιές που δεν διαθέτουν αυτιά. Εξ άλλου, έχει πιωθεί ο κυκεών της συνήθειας που, όπως εκείνος της Κίρκης, ωδίνες της γέννας και πόνους ανακατεύει, απάτες και θρήνους, και δεν είναι εύκολο να βγάλει κάποιος το αγκίστρι της σαρκοφαγίας, μπηγμένο και σφηνωμένο στη φιληδονία καθώς είναι. Στ΄αλήθεια, δεν θα ήταν άσχημο, όπως ακριβώς οι Αιγύπτιοι, αφού αφαιρέσουν τα σπλάχνα και τα σηκώσουν προς τον ήλιο, τα πετούν ως αίτια όλων των αμαρτημάτων που έκανε ο άνθρωπος, έτσι κι εμείς, αφού αποκόψουμε τη γαστριμαργία και τη δίψα μας για αίμα, να μείνουμε αγνοί στην υπόλοιπη ζωή μας. Στην πραγματικότητα δεν είναι τα σπλάχνα που ζητούν να μολυνθούν με αίμα, αλλά μολύνονται λόγω της ασωτίας. Ωστόσο, αν είναι αδύνατον πια εξαιτίας της συνήθειας να μην αμαρτάνουμε, νιώθοντας ντροπή για την αμαρτία, ας καταφεύγουμε σε αυτή όταν υπάρχει λόγος, ας τρώμε σάρκες επειδή πεινάμε, όχι για να καλοπερνάμε. Ας σκοτώσουμε το ζώο, νιώθοντας λύπη και πόνο, όχι αντιμετωπίζοντάς το με έλλειψη σεβασμού και βασανίζοντάς το, σαν πολλά που κάνουν τώρα ορισμένοι, μπήγοντας πυρωμένες σούβλες στο λαιμό των γουρουνιών έτσι, ώστε με την εμβάπτιση του σιδήρου μέσα του, το αίμα , αφού πήξει και διαχυθεί, να κάνει τη σάρκα εύθρυπτη και μαλακή, άλλοι πηδώντας πάνω στους μαστούς των επιτόκων θηλυκών γουρουνιών και κλοτσώντας τους έτσι, ώστε αφού βγει αίμα με γάλα και άλλα υγρά και αφού πεθάνουν ταυτόχρονα τα έμβρυα με τους πόνους του τοκετού, να φάνε, Δία καθαρτήριε, το πιο ερεθισμένο μέρος του ζώου. Άλλοι, αφού ράψουν τα μάτια των γερανών και των κύκνων και τους κλείσουν στο σκοτάδι, τους παχαίνουν, νοστιμίζοντας το κρέας τους με παράξενα μείγματα και σάλτσες.

Από τούτα είναι ολοφάνερο πως όχι για τροφή ούτε από ένδεια ή από ανάγκη αλλά από κορεσμό, αναισχυντία και αγάπη για την πολυτέλεια έχουν κάνει την ανομία ηδονή. Έπειτα, όπως ακριβώς με τις αχόρταγες στις ηδονές γυναίκες, αυτός που παραδίδεται στην ακολασία αφού δοκιμάσει τα πάντα, χάνεται και καταλήγει σε ακατανόμαστες πράξεις, έτσι οι ασωτίες στο θέμα του φαγητού, αφού ξεπεράσουν τον τελικό σκοπό που ορίζει η φύση και η ανάγκη, με ωμότητες και ανομίες ποικίλλουν τις ορέξεις. Στην πραγματικότητα, τα αισθητήρια αρρωσταίνουν, διαστρέφει το ένα το άλλο και παραδίδονται μαζί στην ακολασία, εφόσον δεν ακολουθούν τα μέτρα της φύσης. Έτσι η ακοή, αν αρρωστήσει, καταστρέφει τη μουσική, που κάνει τη μαλθακότητα και τη χαύνωσή μας να λαχταρά ξεδιάντροπα χάδια και γαργαλίσματα κατάλληλα για γυναικούλες. Τούτα έμαθαν την όραση να μην ευχαριστιέται με πυρρίχιους χορούς, εκφραστικές χειρονομίες και χορευτικές κινήσεις, με αγάλματα και ζωγραφιές, αλλά κάνει τη σφαγή και το θάνατο ανθρώπων, τα τράυματα και τις μάχες πανάκριβο θέαμα. Με τον τρόπο αυτό μετά από άνομα τραπέζια ακολουθούν ακόλαστες συνουσίες, μετά από ξεδιάντροπους έρωτες άμουσα ακροάματα, μετά από αναίσχυντες μελωδίες και ακούσματα έκφυλα θεάματα και μετά από άγρια θεάματα αναισθησία και ωμότητα απέναντι στους ανθρώπους. Για τούτο ο θεϊκός Λυκούργος όριζε στις τρεις ρήτρες οι πόρτες και οι σκεπές των σπιτιών να γίνονται με πριόνι και τσεκούρι, χωρίς να χρησιμοποιείται κανένα άλλο όργανο, όχι βέβαια επειδή έκανε πόλεμο στα τρυπάνια, στα σκεπάρνια και σε όσα εργαλεία είναι φτιαγμένα για λεπτές δουλειές, αλλά επειδή ήξερε ότι μέσα από τέτοιες χοντροκομμένες κατασκευές δεν θα μπάσεις επίχρυσο ανάκλιντρο ούτε θα τολμήσεις να βάλεις σε σπίτι λιτό ασημένια τραπέζια, χαλιά πορφυρά και πολύτιμους λίθους. Αντίθετα, με τέτοιου είδους σπίτι, ανάκλιντρο, τραπέζι και ποτήρι ταιριάζει δείπνο απλό, ενώ, κάνοντας αρχή με τον κακό τρόπο ζωής, ακολουθεί κάθε είδους τρυφηλότητα και πολυτέλεια.

Στ' αλήθεια, ποιο δείπνο, για το οποίο θανατώνεται κάποιο έμψυχο ον, δεν είναι ακριβό; Λίγο το θεωρούμε ότι κοστίζει η ζωή; Και δεν εννοώ βέβαια τη ζωή της μητέρας, του πατέρα, κάποιου αγαπημένου προσώπου ή παιδιού, όπως έλεγε ο Εμπεδοκλής, αλλά αυτή που έχει τουλάχιστον μερίδιο στην αίσθηση, στην όραση, στην ακοή, στη φαντασία, στη νοημοσύνη, την οποία έχει παραλάβει κάθε ζωντανό πλάσμα από τη ψύχη για να αποκτά ό,τι του είναι οικείο και να αποφεύγει ό,τι του είναι ξένο. Εξέτασε ποιοι από τους φιλοσόφους μάς εξημερώνουν περισσότερο, εκείνοι που μας καλούν να τρώμε τα παιδιά, τα αγαπημένα πρόσωπα, τους πατεράδες και τις γυναίκες μας, όταν πεθάνουν, ή ο Πυθαγόρας και ο Εμπεδοκλής που μας συνηθίζουν να είμαστε και προς πλάσματα άλλου γένους δίκαιοι. Εσύ κοροϊδεύεις τον άνθρωπο που δεν τρώει πρόβατο, εμείς όμως, θα πουν, αν σε δούμε να κόβεις τον πεθαμένο πατέρα και τη μάνα σου μερίδες, να τις στέλνεις στους φίλους σου που δεν είναι παρόντες, να καλείς όσους είναι παρόντες και να τους σερβίρεις άφθονες τις σάρκες, δεν θα γελάσουμε, αλλά και τώρα ίσως αμαρτάνουμε, όταν αγγίζουμε τα βιβλία τούτα, χωρίς να καθαρίζουμε τα χέρια και τα πρόσωπά μας, τα πόδια και τα αυτιά μας, εκτός αν, μα τον Δία, είναι καθαρμός από εκείνα το να μιλάμε για τούτα, "ξεπλένοντας", όπως λέει ο Πλάτων, "με πόσιμα λόγια την αλμυρή ακοή". Αν κάποιος παραλληλίσει τα δύο αυτά είδη βιβλίων και δογμάτων, τα πρώτα ταιριάζουν στους Σκύθες...για να φιλοσοφούν, στους Σογδανούς, στους Μελαγχλαίνους, για τους οποίους ο Ηρόδοτος δίνει πληροφορίες χωρίς να γίνεται πιστευτός. Τα δόγματα του Πυθαγόρα και του Εμπεδοκλή, αντίθετα, ήταν νόμοι για τους παλιούς Έλληνες, τα δημητριακά και οι τρόποι ζωής.[επειδή δεν έχουμε κανένα δικαίωμα απέναντι στα άλογα ζώα].

Ποιοι λοιπόν αποφάσισαν τούτα αργότερα;

"Εκείνοι που πρώτοι σφυρηλάτησαν το μαχαίρι των κακούργων του δρόμου,
εκείνοι που πρώτοι έφαγαν τα βόδια τα καματερά".

Έτσι, βέβαια, αρχίζουν και οι τύραννοι τις σφαγές. Όπως ακριβώς την πρώτη φορά σκότωσαν στην Αθήνα τον χειρότερο συκοφάντη, ο οποίος επονομάστηκε άξιος (για να πεθάνει), κι έπειτα τον δεύτερο και τον τρίτο. Μετά από τούτο συνήθισαν και δέχονταν να θανατώνεται ο Νικήρατος, ο γιος του Νικία, ο στρατηγός Θηραμένης και ο φιλόσοφος Πολέμαρχος. Κατά τον ίδιο τρόπο στην αρχή φαγώθηκε κάποιο άγριο και φονικό ζώο κι έπειτα κατασπαράχτηκε κάποιο πουλί ή ψάρι. Αφού γεύτηκε έτσι αίμα και δοκιμάστηκε πάνω τους η φονική μας διάθεση, στράφηκε προς το καματερό βόδι, το πρόβατο που μας στολίζει και τον κόκορα που μένει στο σπίτι. Σιγά σιγά, αφού ακόνισαν έτσι οι άνθρωποι την απληστία τους, προχώρησαν σε σφαγές ανθρώπων, σε πολέμους και δολοφονίες. Αν όμως κάποιος δεν αποδείξει πρώτα ότι μπαίνουν σε κοινά σώματα οι ψυχές κατά τις παλιγγενεσίες, και αυτό που τώρα είναι λογικό γίνεται έπειτα άλογο και ξαναγίνεται ήμερο το τώρα άγριο, ότι η φύση αλλάζει τα πάντα και τα εγκαθιστά σε άλλες κατοικίες,

"ντύνοντάς τα με ασυνήθιστο χιτώνα σάρκας",

τούτα δε θα αποτρέψουν το ανήμερο, το ακόλαστο στοιχείο μέσα μας, αυτό που και στο σώμα δημιουργεί αρρώστιες και βάρος και την ψυχή διαφθείρει, εφόσον την τρέπει σε πόλεμο, ακόμη πιο άνομο, αφού συνηθίσαμε πια να μην προσφέρουμε σε φιλοξενούμενο τραπέζι, να μη γιορτάσουμε γάμο, να μη συναντιόμαστε με φίλους χωρίς αίμα και σφαχτό.

Ωστόσο, ακόμη κι αν το επιχείρημα για τις ψυχές και τον ερχομό τους πάλι σε άλλα σώματα μένει αναπόδεικτο και είναι αναξιόπιστο, η αμφιβολία μάς κάνει να είμαστε επιφυλακτικοί και να φοβόμαστε. Είναι σαν κάποιος σε πολεμική νυχτερινή σύγκρουση ορμούσε με το ξίφος να χτυπήσει άντρα τραυματισμένο, που το σώμα του έκρυβε ο θώρακας, και άκουγε άλλον να του λέει πως, χωρίς να είναι σίγουρος, πιστεύει και νομίζει ότι ο πεσμένος άνδρας είναι ο γιος του πρώτου, αδελφός, πατέρας ή σύσκηνος. Τι είναι καλύτερο; Να συνταχθεί με υποψία όχι αληθινή και να αφήσει ήσυχο τον εχθρό ως φίλο ή να μη λάβει υπόψη του κάτι αβέβαιο και να σκοτώσει τον οικείο ως εχθρό; Το τελευταίο θα χαρακτηρίσετε όλοι τρομερό. Κοίταξε επίσης τη Μερόπη της τραγωδίας, που σηκώνει απέναντι στον ίδιο της το γιο πελέκι, θεωρώντας τον ως φονιά του γιου της, και λέει:

"Πιο αποτελεσματικό χτύπημα θα σου καταφέρω εγώ τώρα"

πόση συγκίνηση προκαλεί στους θεατές και τους σηκώνει όρθιους από το φόβο μήπως τυχόν και χτυπήσει το παλικάρι, προτού τη σταματήσει ο γέροντας. Αν ένας γέροντας στεκόταν δίπλα και της έλεγε: "Χτύπα τον! Είναι εχθρός" και ένας άλλος: "Μην τον χτυπάς! Είναι ο γιος σου", ποιο αδίκημα θα ήταν μεγαλύτερο, το να μην προχωρήσει στην τιμωρία του εχθρού για χάρη του γιου ή να σκοτώσει το παιδί της από την οργή της προς τον εχθρό; Αν, επομένως, δεν είναι μίσος ούτε θυμός, δεν είναι άμυνα ούτε φόβος για τη ζωή μας που μας σπρώχνει στο φόνο, αλλά προς χάρη της ηδονής στεκόταν εκεί έτοιμο σφαχτάρι με το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω, κι έπειτα ο ένας φιλόσοφος μας έλεγε: "Σφάξ' το, είναι ζώο χωρίς λογικό", ενώ ο άλλος: "Σταμάτα! Κι αν η ψυχή κάποιου συγγενή ή γνωστού έχει μπει μέσα στο σώμα αυτό;" Ίσος τουλάχιστον είναι, θεοί, κι όμοιος ο κίνδυνος, στην πρώτη περίπτωση, αν δείξω απάθεια, να μη φάω κρέας, και στη δεύτερη, αν δεν πιστέψω, να σκοτώσω παιδί ή άλλον οικείο.


Ισότιμη δεν είναι ούτε τούτη η αντιπαράθεση με τους Στωικούς για τη σαρκοφαγία. Στ' αλήθεια, γιατί ο τόσος τόνος στην κοιλιά και στις κουζίνες;
Γιατί, εφόσον θεωρούν θηλυπρεπή την ηδονή και την κατηγορούν ως κάτι που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε προηγμένον ούτε οικείο, δείχνουν τέτοια έγνοια για το περιττό στην ηδονή; Ωστόσο θα ήταν συνεπές με τη θεωρία τους, αν διώχνουν τα αρώματα και τα γλυκά από τα συμπόσια, να δυσανασχετούν περισσότερο με το αίμα και τη σάρκα. Έτσι όπως έχουν τώρα τα πράγματα, φιλοσοφούν σαν να συντάσσουν το ημερήσιο πρόγραμμα και αφαιρούν τις δαπάνες στα δείπνα για τα άχρηστα και τα περιττά, δεν αποδιώχνουν όμως την απάνθρωπη και δολοφονική αγάπη για την καλοπέραση. "Πράγματι, λέει, δεν υπάρχει καμιά συγγένεια ανάμεσα σε εμάς και στα πλάσματα χωρίς λογικό". Ούτε όμως ανάμεσα σε εμάς και στο μύρο, θα μπορούσε κάποιος να πει, ούτε ανάμεσα σε εμάς και στα ξενικά γλυκίσματα. Μείνετε λοιπόν μακριά και από τα ζώα, εφόσον εκδιώκετε από παντού ό,τι μη χρήσιμο και μη αναγκαίο στην ηδονή.





Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Σίβα = Ωοειδής Λίθος - Ομφαλός

Σίβα
Σατυανάντα Παραμαχάμσα

Σήμερα η λατρεία του Σίβα περιορίζεται μόνο στην Ινδία, στο παρελθόν όμως αυτή η παράδοση βρισκόταν σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Πολύ πριν από τον ερχομό της Χριστιανικής εποχής, υπήρχαν πολλές χώρες στην Ανατολή και τη Δύση, που είχαν την τελετουργική λατρεία του Σίβα – τη λατρεία ενός ωοειδούς λίθου. Αρχαιολογικά ευρήματα στο Μεξικό και σε διάφορα μέρη της Λατινικής Αμερικής έχουν ρίξει φως πάνω σ’ αυτή την αρχαία μορφή λατρείας. Ακόμη και στην Καάβα, στην Μέκκα, υπάρχει ένας ωοειδής λίθος, που τιμάται από τους Μουσουλμάνους όλου του κόσμου.

Σίβα σημαίνει στην κυριολεξία ανώτερη συνειδητότητα. Μπορεί να κατανοηθεί επίσης με πολλούς άλλους τρόπους. Μπορείτε να πείτε, ότι Σίβα σημαίνει Πουρούσα, η υπέρτατη ουσία, η βάση της δημιουργίας. Η πραγματικότητα και η βάση πίσω από την φύση ολόκληρης της δημιουργίας βασίζεται σε δύο παράγοντες. Ο ένας είναι ο Σίβα, η αγνή, αμετάβλητη συνειδητότητα και ο άλλος είναι η Σάκτι, η αιώνια εξέλιξη μέσω της δράσης. Και όταν ο Σίβα και η Σάκτι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, τότε υπάρχει το σύμπαν και υπάρχει δημιουργία.
Όταν κάνετε Γιόγκα και υπερβαίνετε το σώμα και τη διάνοια, τότε έχετε ορισμένες εσωτερικές εμπειρίες. Οι εμπειρίες αυτές, τις οποίες έχουν πολλοί επιτυχημένοι Γιόγκις, συχνά παίρνουν τη μορφή στηλών φωτός. Αν διαβάσετε τη ζωή του Μωάμεθ, τη ζωή του Ζαρατούστρα ή τις ζωές των Χριστιανών αγίων, θα ανακαλύψετε, ότι όλες αναφέρονται σε στήλες φωτός. Αυτές οι στήλες φωτός δεν είναι απαραίτητα οι ίδιες στην εμπειρία του καθένα. Μερικές φορές βλέπετε μια στήλη καπνού και μερικές φορές βλέπετε μια στήλη φωτός αναμεμιγμένου με καπνό. Μερικές φορές την βλέπετε σαν ωοειδές σχήμα, μερικές φορές σαν στρογγυλό και μερικές φορές σαν κολώνα. Αυτή η εμπειρία φώτισης, που έχει περιγραφεί από τόσο πολλούς διαφορετικούς Γιόγκις, είναι αυτό, που εννοούμε με τον Σίβα.

Σύμβολο του ανώτερου εαυτού
Η Σανσκριτική λέξη Λίνγκαμ έχει δύο ξεχωριστές σημασίες. Σε γενική χρήση αναφέρεται στο ανδρικό αναπαραγωγικό όργανο, από τη φιλοσοφική άποψη όμως, αντιπροσωπεύει το αιτιατό σώμα. Αυτός είναι ο λόγος, που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν παρεξηγήσει το αληθινό νόημα του Σίβαλίνγκαμ. Σε πολλά βιβλία γραμμένα από δυτικούς λόγιους, ορίζεται σαν «ο φαλλός του Σίβα». Στην πραγματικότητα, δεν σημαίνει καθόλου κάτι τέτοιο. Tο Σίβαλίνγκαμ είναι είναι το σύμβολο της ανώτερης συνειδητότητας. Η λέξη Λίνγκαμ σημαίνει στην κυριολεξία «απόκρυφο σύμβολο».
Ποιά είναι η πραγματική μορφή του ανθρώπινου νου και των ανθρώπινων συναισθημάτων; Καλλιτέχνες σε όλο τον κόσμο έχουν προσπαθήσει να εκφράσουν τη μορφή του συναισθήματος με την τέχνη τους. Πώς απεικονίζετε τον φόβο, την αγάπη, το μίσος ή την έκσταση, ώστε κάποιος άλλος να μπορεί να τα βιώσει πραγματικά; Έχουν αυτά τα πράγματα μορφή ή είναι άμορφα; Έχουν πράγματι μορφή, η οποία όμως δεν γίνεται αντιληπτή. Είναι ανάγκη να σχεδιάσετε σύμβολα γι’ αυτά και μόνο μέσα από αυτά τα σύμβολα καταλήγετε να καταλάβετε τι είναι ο φόβος, η αγάπη, το μίσος, κ.λ.π.
Τώρα, ποια είναι η πραγματική μορφή του ανώτερου εαυτού σας; Όταν βρίσκεστε λίγο πέρα από το νου, ποια είναι η μορφή της συνειδητότητάς σας; Όταν έχετε γίνει τέλειοι στο νου, Σίντας, ποια είναι τότε η μορφή της συνειδητότητάς σας; Και όταν είστε σε βαθύ διαλογισμό και έχετε ξεχάσει το κάθε τι, που συμβαίνει έξω, ποια είναι η μορφή της συνειδητότητάς σας εκείνη την ώρα; Είναι τόσο δύσκολο να περιγραφεί. Χρειάζεται να χρησιμοποιήσετε τη γλώσσα των συμβόλων, για να την κατανοήσετε.

Από το Μούλανταρ στο Σάχασραρ
Σύμφωνα με τη συμβολογία της Κουνταλίνι Γιόγκα, το Σίβαλίνγκαμ μπορεί να έχει τρία διαφορετικά χρώματα. Αυτά τα τρία χρώματα αντιπροσωπεύουν τα τρία στάδια εξαγνισμού ή εξέλιξης της συνειδητότητας – σκοτεινή, ενοποιημένη και φωτισμένη. Στο Μούλανταρ Τσάκρα υπάρχει ένα καπνισμένο Λίνγκαμ, γνωστό σαν Ντούμρα Λίνγκαμ. Το Άγια Τσάκρα έχει ένα μαύρο Λίνγκαμ, το Ιταράκυα Λίνγκαμ και στο Σάχασραρ Τσάκρα βρίσκεται το φωτεινό Τζιοτίρ Λίνγκαμ.
Όταν ένα άτομο με ανεξέλικτο νου συγκεντρώνεται, έχει εμπειρία του Σίβαλίνγκαμ με τη μορφή μιας στήλης με χρώμα καπνού. Έρχεται και μετά διαλύεται, ξαναέρχεται και διαλύεται, κ.ο.κ. Με βαθύτερη συγκέντρωση, καθώς εκμηδενίζεται η ανησυχία του νου, το Λίνγκαμ γίνεται μαύρο στο χρώμα. Τότε, η συνεχιζόμενη συγκέντρωση στο μαύρο Σίβαλίνγκαμ δημιουργεί το Τζιοτίρ Λίνγκαμ εσωτερικά, την φωτισμένη αστρική συνειδητότητα. Επομένως, το μαύρο Σίβαλίνγκαμ του Άγια Τσάκρα είναι το κλειδί για την μεγαλύτερη πνευματική διάσταση της ζωής.

Η ανθρώπινη μορφή του Σίβα
Όπως το Σίβαλίνγκαμ και ο Σίβα αντιπροσωπεύει στον άνθρωπο τον ανώτερο εαυτό, που είναι υπεύθυνος για την παγκόσμια πραγματικότητα. Συμβολίζεται με μια ανθρώπινη μορφή – ένας άνθρωπος σαν Σαννυάσιν, που φοράει δέρμα ελαφιού, ζει στην ερημιά, κάθεται πάντα στη στάση του λωτού και βρίσκεται πάντα σε Σαμάντι και διαλογισμό. Το σώμα του είναι πασαλειμμένο με στάχτες. Αυτές δεν είναι συνηθισμένες στάχτες, είναι τα υπολείμματα των σωμάτων, που καίγονται. Αυτό συμβολίζει τον εξαγνισμό των γήινων επιθυμιών μέσα από τη φωτιά των Τάπας, ή αυτοπειθαρχιών. Τα χέρια, ο λαιμός, οι ώμοι και η μέση του είναι ζωσμένα με φίδια, που σφυρίζουν, αντιπροσωπεύοντας την αφυπνισμένη δύναμη της Κουνταλίνι. Στα ανακατωμένα μαλλιά του, στ’ αριστερά, κρατάει μια ημισέληνο, την σελήνη των 4 ημερών, που αντιπροσωπεύει το Ίντα Νάντι. Στη δεξιά πλευρά των μαλλιών του είναι ο Γάγγης, που κατεβαίνει με μεγάλη δύναμη και αντιπροσωπεύει το Πίνγκαλα Νάντι. Με μέτωπο προς τον Σίβα είναι μια χελώνα, που έχει αποτραβηχτεί στο καβούκι της. Η εσωστρέφειά της αντιπροσωπεύει τον εσωστρεφή νου του Γιόγκι, που παραμένει εντελώς συγκεντρωμένος στην πνευματική ζωή, την εσωτερική ύπαρξη ή το εσωτερικό κέντρο.
Όλες αυτές είναι συμβολικές πλευρές της ανώτερης συνειδητότητας, που επιτυγχάνεται κατά τη διάρκεια του βαθύ διαλογισμού. Όταν έχετε αποσύρει τον εαυτό σας από την σωματική συνειδητότητα, από τη νοητική συνειδητότητα, την υλική συνειδητότητα και τη συνειδητότητα του ονόματος και της μορφής, εκείνη τη στιγμή, αυτό είναι, που αντιλαμβάνεστε σαν Σίβα.

Τα τρία οχυρά
Υπάρχουν δύο άλλα σύμβολα, που σχετίζονται με τον Σίβα και είναι ιδιαίτερα σημαντικά – η τρίαινα και το τύμπανο. Στα Σανσκριτικά η τρίαινα είναι γνωστή σαν Τρισούλα και το τύμπανο σαν Νταμάρου. Αυτά τα δύο σύμβολα σχετίζονται με τις πνευματικές πρακτικές κάθε Γιόγκι.
Ο άνθρωπος έχει τρία σώματα – το χονδροειδές, το αστρικό και το αιτιατό. Τα τρία αυτά σώματα μοιάζουν σαν τρία οχυρά και απεικονίζονται συμβολικά με ένα ατσάλινο οχυρό, ένα ασημένιο οχυρό και ένα χρυσό οχυρό. Πέρα από αυτά τα τρία οχυρά βρίσκεται μία ύπαρξη, την οποία θα πρέπει να αντιμετωπίσετε θαρραλέα.
Αν θέλετε να ενωθείτε μ’ αυτή την ύπαρξη, τότε θα πρέπει να διεισδύσετε κατά κάποιο τρόπο σ’ αυτά τα τρία αδιαπέραστα οχυρά. Το σώμα, όπως ξέρετε, είναι τόσο δύσκολο να το ξεπεράσετε και ο νους και τα συναισθήματα είναι το ίδιο δύσκολα. Η δυσκολία είναι, ότι δεν είμαστε σε θέση να ξεπεράσουμε την ιδέα του σώματος, του νου ή της ατομικής συνειδητότητας κι’ όμως θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε αυτό, που είναι άπειρο. Ο Γιόγκι πρέπει να ξεπεράσει και τα τρία, μόνο τότε μπορεί να φτάσει στην ύπαρξη, που βρίσκεται βαθιά μέσα του.
Τα τρία αυτά οχυρά λοιπόν, συμβολικά του σώματος, του νου και της συνειδητότητας του εγώ, έχουν διαφορετικό βάθος και ανήκουν στις τρεις Γκούνας, τις διαφορετικές ιδιότητες του νου – Σάττβα, Ράτζας και Τάμας. Οι Γκούνας μπορούν να συσχετισθούν με το καθένα από αυτά τα τρία οχυρά. Στο πιο χονδροειδές επίπεδο, ο ύπνος αντιπροσωπεύει το Τάμας, ο διαλογισμός αντιπροσωπεύει το Σάττβα και η ενεργός ζωή αντιπροσωπεύει το Ράτζας. Όταν ο νους είναι δραστήριος, γεμάτος επιθυμίες, φιλοδοξίες, πάθη, ικανοποιήσεις και απογοητεύσεις, αυτό είναι η ρατζασική κατάσταση. Όταν υπάρχει οκνηρία, νωθρότητα, λήθαργος και αδράνεια, αυτό είναι το Τάμας. Και όταν έχετε συνειδητοποιήσει τη ματαιότητα της ζωής, όταν ο νους είναι ήρεμος και τελείως αδιατάρακτος σε κάθε περίσταση της ζωής, αυτό είναι Σάττβα ή αρμονία. Η Τρισούλα, ή τρίαινα, αντιπροσωπεύει αυτές τις τρεις καταστάσεις της φύσης, σε σχέση με τα τρία σώματα.

Ο ήχος του τυμπάνου
Όταν κάνετε διαλογισμό, κάποια στιγμή έρχεστε σε επαφή με ορισμένους εσωτερικούς ήχους. Αυτοί οι ήχοι είναι πάρα πολλοί και έχουν εξηγηθεί πλήρως στη Νάντα Γιόγκα. Η Νάντα Γιόγκα είναι μια σφαίρα εμπειρίας και ο καθένας, που ασκείται πρέπει να περάσει από αυτό το στάδιο εμπειρίας. Αρχίζετε να αποκτάτε εμπειρία διαφόρων ήχων. Είναι γνωστοί σαν Νάντα, ήχος, ή σαν η εσωτερική μελωδία, εσωτερική φωνή ή εσωτερική μουσική.
Πολλοί Γιόγκις και μυστικιστές έχουν μιλήσει γι’ αυτή την εμπειρία. Αυτοί οι μυστικιστικοί εσωτερικοί ήχοι έχουν ακουστεί από πολλούς ανθρώπους σε βαθύ διαλογισμό. Μερικοί έχουν ακούσει το φλάουτο, άλλοι τον ήχο ενός πουλιού, μιας βροντής, ή άλλων δονήσεων. Και έχουν περιγράψει τις εμπειρίες τους στα τραγούδια και τους ύμνους τους και στις διάφορες αρχαίες γραφές. Το τύμπανο, που βλέπετε με τον Σίβα αντιπροσωπεύει αυτή την πλευρά της εμπειρίας. Σε ένα ορισμένο στάδιο του διαλογισμού, μπορεί να ακούσει κανείς το χτύπημα ενός μικρού τυμπάνου, που λέγεται Νταμάρου. Αυτό είναι ένδειξη μεταφοράς της συνειδητότητας από αυτό το πεπερασμένο βασίλειο στο άπειρο βασίλειο. Έτσι, το Σίβαλίνγκαμ, η τρίαινα και το τύμπανο δεν είναι εξωτερικά αντικείμενα, είναι συμβολικές εκφράσεις της βαθύτερης φύσης της πραγματικότητας.

Σαϊβισμός
Στην Ινδία, ο Σίβα είναι πολύ, πολύ δημοφιλής. Υπάρχει μια ορισμένη αίρεση, φιλοσοφία και παράδοση, που λέγεται Σαϊβισμός, στην οποία όλα αυτά τα σύμβολα παίζουν σημαντικό ρόλο. Η παράδοση αυτή είναι πολύ δυνατή στο Κασμίρ και στη Νότια Ινδία. Υπάρχουν πολλές εκατοντάδες σημαντικά βιβλία γραμμένα γύρω απ’ αυτή τη φιλοσοφία και αυτή τη συμβολογία.
Όλοι οι Σαϊβίτες στην Ινδία πιστεύουν, ότι ο ευκολότερος τρόπος να πλησιάσει κανείς την πραγματικότητα είναι να λατρεύει τον Σίβα. Υπάρχουν δώδεκα σημαντικά κέντρα Σαϊβισμού σε όλη την Ινδία. Ένα από αυτά βρίσκεται στο Κατμαντού και είναι γνωστό σαν Πασουπατινάθ. Πάσου σημαίνει «ζώο» και Πάτι σημαίνει «κύριος», αυτό συμβολίζει τον Γιόγκι, που έχει αποκτήσει κυριαρχία πάνω στη ζωϊκή φύση του.
Ένα άλλο κέντρο Σαϊβισμού βρίσκεται στη Νότια γωνιά της Ινδίας, στο Ραμεσουάραμ. Ένα όμως από τα πιο σημαντικά κέντρα βρίσκεται στο Μπιχάρ, ενενήντα μόνο μίλια από το Μονγκύρ, στο ΜπαΪντυανάθ. Είναι τόσο σημαντικό μέρος, που οι άνθρωποι στην Ινδία το αποκαλούν το Ειρηνοδικείο του Κυρίου Σίβα. Ξέρετε τι είναι ένα Ειρηνοδικείο; Είναι ένα μέρος, όπου όλων των ειδών τα προβλήματα ξεκαθαρίζονται πολύ γρήγορα.
Αν τύχει να έλθετε στο Μπιχάρ, στους μήνες Ιούλιο | Αύγουστο, μπορείτε να δείτε εκατομμύρια άτομα με πορτοκαλιά ρούχα – αγρότες, πλούσιους, φτωχούς, άρρωστους, όλους, ακόμα και τον Μαχαραγιά του Νεπάλ. Έρχονται με τα πόδια για προσκύνημα στον Γάγγη και κουβαλούν λίγο νερό του Γάγγη πίσω στο ναό στο Μπαϊντυανάθ. Εκεί το χύνουν πάνω στο Σίβαλίνγκαμ και το αγγίζουν. Απλώς φανταστείτε – το Σίβαλίνγκαμ έχει γίνει σχεδόν ένα με το έδαφος τώρα, καθώς τόσο πολλοί άνθρωποι το λατρεύουν χιλιάδες χρόνια. Τέτοια είναι δημοτικότητα του Σίβα στην Ινδία.

Φώτιση του εσωτερικού σκοταδιού
Παρ’ όλο, που υπάρχουν χιλιάδες ναοί του Σίβα, υπάρχουν μόνο δώδεκα τέτοια σημαντικά κέντρα στην Ινδία. Τα Λίνγκαμς, που είναι τοποθετημένα σ’ αυτά τα κέντρα, δεν λέγονται Σίβαλίνγκαμς, λέγονται Τζιοτίρ Λίνγκαμς. Τζιοτίρ σημαίνει φως, είναι το αντίθετο του σκοταδιού. Τι είναι σκοτάδι; Όταν δεν μπορείτε να δείτε τίποτα, όταν όλα τα χρώματα και οι διαφορές έχουν τελείως συγχωνευτεί και δεν μπορείτε να διακρίνετε τί είναι τι. Όταν όμως υπάρχει φως, μπορείτε να διακρίνετε τα πάντα.
Έτσι λοιπόν, ο άνθρωπος βρίσκεται στο σκοτάδι. Δεν γνωρίζει τι βρίσκεται πέρα από αυτό το πεδίο της ύπαρξης, από αυτή την γήινη εμπειρία. Ίσως γνωρίζει λίγα πράγματα για τα όνειρα, αλλά δεν έχει επίγνωση, ότι μπορεί να υπάρχουν άλλες, μεγαλύτερες καταστάσεις επίγνωσης, ή ότι μπορεί να τις φτάσει. Επομένως, το εσωτερικό πεδίο του ανθρώπου βρίσκεται απόλυτα στο σκοτάδι. Αν κλείσετε τα μάτια τι βλέπετε; Τίποτα. Μερικές φορές, αν κάνετε λίγο Τζάπα ή Μάντρα, μπορεί να δείτε κάτι σαν οθόνη κινηματογράφου ή τηλεόρασης, αλλιώς δεν βλέπετε τίποτα.
Όταν είστε θυμωμένοι, γνωρίζετε, ότι είστε θυμωμένοι, αλλά δεν μπορείτε να το δείτε. Όταν είστε φοβισμένοι, γνωρίζετε, ότι είστε φοβισμένοι, αλλά δεν γνωρίζετε ακριβώς τί είναι αυτό, που φοβάστε, γιατί είναι σκοτάδι. Αν υπήρχε φως θα μπορούσατε να δείτε τον φόβο, την αγάπη και το μίσος, θα μπορούσατε να δείτε τα πάντα. Πολλές φορές οι άνθρωποι δεν ξέρουν τί ακριβώς υπάρχει μέσα στο νου τους, γιατί μόνο σκέπτονται, δεν βλέπουν.
Θα πρέπει λοιπόν να υπάρχει φως, θα πρέπει να υπάρχει φώτιση. Σ’ αυτή τη φώτιση αρχίζετε να βλέπετε πράγματα. Αρχίζετε να βλέπετε τη ζωική φύση σας και την πνευματική φύση σας, αρχίζετε να βλέπετε τα νοητικά προβλήματα και τις καταπιέσεις, τις απωθήσεις και τις στεναχώριες σας. Αρχίζετε να βλέπετε όλα τα υποκειμενικά πράγματα, που δεν είχατε δει πριν. Πότε συμβαίνει αυτό και πώς συμβαίνει αυτό; Μπορεί να συμβεί μόνο όταν υπάρχει φώτιση. Το φως δυναμώνει όλο και περισσότερο και αρχίζετε να βλέπετε όλο και περισσότερο. Αρχίζετε να βλέπετε, όχι μόνο να σκέπτεστε.
Με τον ίδιο τρόπο, η ανώτερη εμπειρία μπορεί επίσης να ειδωθεί και τα 12 Τζιοτίρ Λίνγκαμς συμβολίζουν αυτή την φωτισμένη κατάσταση του ανθρώπου. Βρίσκονται σε όλη την Ινδία και όλο τον χρόνο τα επισκέπτονται οι άνθρωποι σε προσκυνήματα. Δεν υπάρχει δυσοίωνη ώρα για να τα δει κανείς.

Μέσα στο ναό του Σίβα
Η αυλή ενός ναού του Σίβα μπορεί να καλύπτει μίλια. Οι ίδιοι όμως οι ναοί είναι πάντα πολύ μικροί σε μέγεθος. Τη στιγμή, που εισέρχεστε σε ένα ναό, το πρώτο πράγμα, που συναντάτε είναι ένας ταύρος. Αυτός ο ταύρος λέγεται Νάντι και είναι αντιπροσωπευτικός του συνολικού εγώ της προσωπικότητας του ανθρώπου. Μπορεί να έχετε δει εικόνες του Σίβα καβάλα σ’ αυτό τον ταύρο, είναι το όχημά του. Δεν είναι ο ταύρος καβάλα στον Σίβα, ο Σίβα είναι καβάλα πάνω στον ταύρο. Στην περίπτωσή μας όμως, είναι ο ταύρος, που είναι καβάλα πάνω μας.
Αυτός ο ταύρος αντιπροσωπεύει επίσης την πρώτη μας είσοδο στον εαυτό μας. Όταν θέλετε να πάτε μέσα, πρώτα θα πρέπει να αντιμετωπίσετε τη ζωική ή ενστικτώδη πλευρά, μέσα σας. Το ζώο δεν είναι απλώς μια κουκουβάγια, μια κατσίκα, ένα ελάφι ή ένα άλογο, αντιπροσωπεύει τα κατώτερα ένστικτα της συνειδητότητας.
Μετά, μέσα στο ναό, βρίσκετε ένα Σίβαλίνγκαμ, μια πέτρα σε σχήμα ωοειδές. Οι περισσότερες από αυτές τις πέτρες προέρχονται από την κοίτη του ποταμού Ναρμάντα, που κυλάει μέσα από το κέντρο της Ινδίας και χύνεται στην Αραβική θάλασσα. Δεν γνωρίζω πώς δημιουργεί αυτές τις πέτρες. Τα Λίνγκαμς, που βρίσκονται σε όλους τους διάφορους ναούς του Σίβα στην Ινδία προέρχονται μόνο απ’ αυτή την ιδιαίτερη πηγή – την ζώνη του ποταμού Ναρμάντα.
Πάντως, τα δώδεκα Τζιοτίρ Λίνγκαμς, που έχω αναφέρει δεν προέρχονται από τον ποταμό Ναρμάντα. Υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός στην Ινδία ανάμεσα στους δύο αυτούς τύπους Λίνγκαμς. Ο ένας τύπος λέγεται Ναρμαντεσουάρα Λίνγκαμ, γιατί προέρχεται από την ζώνη του Ναρμάντα. Ο δεύτερος τύπος λέγεται Σουαγιάμπου (αυτογέννητο) Λίνγκαμ, γιατί προέρχεται από το ίδιο μέρος, που στέκεται τώρα. Τα δώδεκα Τζιοτίρ Λίνγκαμς είναι Σουαγιάμπου Λίνγκαμς. Δεν απομακρύνθηκαν από το αρχικό τους μέρος μάλλον, ο ναός έχει κτιστεί γύρω τους. Από την άλλη πλευρά, τα Ναρμαντεσουάρα Λίνγκαμς μεταφέρονται ιεροτελεστικά σε κάποιο ορισμένο ναό και τοποθετούνται εκεί.
Το Σίβαλίνγκαμ ορθώνεται πάνω σε μια πλατφόρμα, πάνω από την οποία κρέμεται ένα χάλκινο δοχείο γεμάτο νερό. Από μια μικρή τρύπα στο δοχείο στάζει λίγο νερό πάνω στο Σίβαλίνγκαμ συνέχεια, μέρα – νύχτα. Οι σταγόνες του νερού, που στάζουν από αυτό το χάλκινο δοχείο αντιπροσωπεύουν τη συνεχή διαδικασία του νέκταρος στον ανθρώπινο μηχανισμό. Όπως ίσως ξέρετε, στα ανώτερα βασίλεια της ανθρώπινης συνειδητότητας, υπάρχει μια συνεχής ροή από νέκταρ και είναι αυτό, που σας κάνει αθάνατο.

Σιβαράτρι: η ένωση του Σίβα και της Παρβάτι
Μια φορά τον χρόνο, όλοι οι λάτρεις του Σίβα τιμούν μια ορισμένη μέρα, που λέγεται Σιβαράτρι. Σίβα, φυσικά ξέρετε σημαίνει «η ανώτερη συνειδητότητα» και Ράτρι σημαίνει «νύχτα». Η ιστορία του Σιβαράτρι είναι πολύ ενδιαφέρουσα και κρύβει πολλή σημασία.
Ο Σίβα ήταν αρραβωνιασμένος με την Παρβάτι, την κόρη των Ιμαλαϊων, που καταγόταν από ένα βασίλειο ψηλά στις κορυφές των μεγαλόπρεπων αυτών βουνών, που είναι πάντα σκεπασμένα με χιόνι. Ορίστηκε λοιπόν μια μέρα για την γαμήλια τελετή. Η παράδοση στους Ινδικούς γάμους είναι να πηγαίνει το αγόρι με την γαμήλια συνοδεία στο σπίτι του κοριτσιού και να το συνοδεύει μέχρι το μέρος της τελετής. Πήγε λοιπόν ο Σίβα με τους δικούς του στο χιονοσκέπαστο βασίλειο της Παρβάτι, όπου είχαν γίνει όλες οι ετοιμασίες για την υποδοχή. Ήταν μια όμορφη πόλη με όμορφους άνδρες και γυναίκες και όλοι προσδοκούσαν χαρούμενα την άφιξη της συνοδείας του γαμπρού. Τα μικρά παιδιά ήταν ιδιαίτερα χαρούμενα, γιατί στην Ινδία η γιορτή του γάμου είναι ώρα μεγάλης έξαψης για τα παιδιά.
Τελικά ο Σίβα και η συνοδεία του έφτασαν και τα παιδιά πήγαν με μεγάλη ανυπομονησία και έξαψη να τους συναντήσουν. Μόλις όμως είδαν την συνοδεία φοβήθηκαν τρομερά. Μερικά παιδιά λιποθύμησαν επί τόπου, μερικά παρουσίασαν επιληπτικές κρίσεις και όλα τα υπόλοιπα έτρεξαν μακριά. Οι κυρίες, που περίμεναν και κοιτούσαν από τα μπαλκόνια λιποθύμησαν κι αυτές, γιατί ο Σίβα ήταν καβάλα σ’ ένα τεράστιο ταύρο, είχε μια κόμπρα εδώ και άλλη κόμπρα εκεί και όλο το σώμα του ήταν πασαλειμμένο με στάχτες. Πίσω του ακολουθούσε μια πομπή από φαντάσματα και δαίμονες. Μερικοί είχαν το στόμα στο στομάχι τους, μερικοί είχαν μόνο ένα πόδι και άλλοι είχαν τρία. Ήταν όλοι τέρατα της φύσης. Τι αλλόκοτη συνοδεία που ήταν!
Όλοι τότε έφεραν τα νέα στην μητέρα της Παρβάτι. Είπαν «Ο γαμπρός σου είναι φρικτός! Και οι σύντροφοί του είναι αφάνταστα αντιπαθητικοί!» Η μητέρα της Παρβάτι δεν μπορούσε να το πιστέψει. Βγήκε έξω, είδε και η ίδια και τρομοκρατήθηκε κι αυτή. Αποφάσισε τότε «Δεν έχω σκοπό να δώσω την κόρη μου σ’ αυτό το άθλιο υποκείμενο.» Γινόταν πανδαιμόνιο σ’ ολόκληρη την πόλη. Όλοι είχαν ενοχληθεί. Αλλά ο Σίβα συνέχισε να προχωράει με τους συντρόφους του σταθερά προς το σπίτι, όπου επρόκειτο να γίνει η γαμήλια τελετή.
Σύμφωνα με τα Ινδουιστικά έθιμα του γάμου, υπάρχει μια ορισμένη περιοχή, που ορίζεται σαν η περιοχή του γάμου. Μόλις λοιπόν ο Σίβα και η συνοδεία του πέρασαν μέσα από τις πύλες αυτής της περιοχής, όλοι μετασχηματίστηκαν. Ο Σίβα έγινε ένας όμορφος νέος και όλοι οι σύντροφοί του έγιναν θεϊκά όντα, με λαμπρούς χιτώνες, γυαλιστερά στολίδια, γλυκά αρώματα και γιρλάντες από λουλούδια. Και έτσι ο γάμος έγινε, όπως έπρεπε με μεγάλη χαρά και γιορτή.
Την ώρα του γάμου στην Ινδία, το αγόρι πρέπει να ανακοινώσει ολόκληρο το γενεαλογικό του δέντρο – τον πατέρα του, τον πατέρα του πατέρα του , κλπ. Όταν λοιπόν ρώτησαν τον Σίβα ποιος είναι ο πατέρας του αυτός είπε: «Δεν έχω πατέρα, δεν έχω μητέρα». «Τότε πώς γεννήθηκες;» τον ρώτησαν. Είπε : «Ποτέ δεν γεννήθηκα.» «Μα», είπαν, «φαίνεσαι τόσο νέος!» «Είμαι αιώνια νέος.» απάντησε ο Σίβα. Τότε τον ρώτησαν: «Πού είναι το σπίτι σου;» «Οπουδήποτε μέσα στο δάσος,» είπε. «Καλά», είπαν «θα πρέπει να έχεις μερικούς συγγενείς τουλάχιστον». Είπε : «Όλα τα φαντάσματα, οι πεθαμένες ψυχές, οι οπτασίες και τα πνεύματα είναι οι συγγενείς μου, ο φόβος και ο θυμός είναι οι συγγενείς μου, αυτοί είναι όλοι μου οι συγγενείς».
Τότε τον ρώτησαν : «Καλά και πού πρόκειται να μείνει η κόρη μας;» «Ω», είπε ο Σίβα, «δεν χρειάζονται ιδιαίτερες προετοιμασίες, μπορεί απλά να γίνει ένα κομμάτι μου. Το ένα μισό του σώματός μου μπορεί να είναι αρσενικό και το άλλο μισό θηλυκό.»


Βλέπετε, ο Σίβα και η Σάκτι δεν είναι ούτε αρσενικοί ούτε θηλυκοί. Συμβολίζουν την ανώτερη πλευρά της ζωής μας. Η θεϊκή ένωση, που γίνεται, όταν ο Σίβα έρχεται για να συναντήσει την Σάκτι είναι το Σιβαράτρι. Αντιπροσωπεύει τη φώτιση μέσα σε απόλυτο σκοτάδι, την εξέλιξη της δημιουργίας μέσα στον κενό χώρο, την εκδήλωση της γνώσης στο Νιρβικάλπα. Όταν ολόκληρη η Μάγια κοιμάται, είναι αυτό, που οι Σαννυάσινς λένε Σιβαράτρι. Υπονοεί το πέρασμα ολόκληρου του σύμπαντος και όλων των εγκοσμίων προσκολλήσεων στην ασυνείδητη κατάσταση, όπου δεν υπάρχει κανένα μέρος διαμονής, ούτε καθόλου αισθησιακές δυνατότητες. Είναι το τέλος όλων των κατευθύνσεων, μέσα στο οποίο ο νους, ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα έχουν όλα εξαφανιστεί. Εδώ η φωτιά του πάθους έχει σβήσει και επικρατεί μόνο η Σουνυάτα. Αυτή η κατάσταση συνειδητότητας λέγεται Σίβα ή Σάνκαρα, η κατάσταση του Σίντα.
Αυτή όμως δεν είναι η τελική κατάσταση, ο υπέρτατος στόχος. Πέρα από την Σουνυάτα, όπου τα πάντα είναι βυθισμένα, η παγκόσμια συνειδητότητα, που είναι ο Σίβα και η παγκόσμια δύναμη, που είναι η Σάκτι συναντιούνται στην Αντβαϊτά Μούντρα, μέσα σε μεγάλη ευδαιμονία και ευτυχία, φόβο και έκπληξη, στην πιο ψηλή κορυφή του όρους Καϊλάς. Και μετά, ο Σίβα συνοδεύει την Παρβάτι πίσω στο γήινο επίπεδο κάτω. Έτσι αυτοί γίνονται ένα, για χάρη του σύμπαντος, όμως ζουν και λειτουργούν σαν δύο, για να κάνουν την ανώτερη γνώση να εκδηλωθεί στον υλικό κόσμο. Γι αυτό τόσο οι οικογενειάρχες, όσο και οι Σαννυάσινς γιορτάζουν το Σιβαράτρι.


Paramahamsa Satyananda Saraswati
From: Yoga Magazine, Lord Shiva, MAR 1982

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Guru, the Guide

Guru, the Guide 

Satsang by Swami Sivananda

I shall serve you, guide you and take you to your goal step by step.

A person can only learn from another person, and hence the Supreme Power teaches through a human body. In your guru, you have your human ideal of perfection. He is a pattern into which you wish to mould yourself. Your mind will readily be convinced that such a great soul is fit to be worshipped and revered.

The desire to seek help, to search for light and to look up to higher powers is inborn in all beings. The incapacity to achieve the ideal of the aspirations that spring from the heart of the disciple, the anguish which accompanies such incapacity, and the knowledge of the existence of superior powers, obliges the individual to take shelter under those who are endowed with the ability to lift them up to higher levels. The world is a dramatic scene of dependence of beings on others that can fill up what they lack. Love for the spiritual means the yearning to reach the highest, to become perfect, and this is not easy for all who wish to be so. Therefore, shelter is found under the guidance of seers and sages. They are the gurus and masters who teach the truth and shower God-consciousness upon all.

Link to God

The guru is verily a link between the individual and the immortal. He is a being who has raised himself from this to That, and thus has free and unhampered access to both the realms. He stands upon the threshold of immortality and, bending down, raises the struggling individuals with one hand and lifts them up into infinite truth-consciousness with the other. The guru is Brahmanishtha, one rooted in the infinite truth. The mind of the guru, being nearest to the absolute condition of changeless existence, possesses limitless powers beyond imagination.

The guru is, in fact, God himself manifesting in a personal form to guide the aspirant. Grace of God takes the form of guru. To see guru is to see God. A word from him is a word from God. He need not teach anything. His very presence is elevating, inspiring and stirring. Living in his company is spiritual education. The guru is united with God. He inspires devotion in others. His presence purifies all.

The relationship between guru and disciple is genuine and unbreakable, even as that between God and individual is. It is a natural law that when a certain event has to take place in the universe the conditions necessary for the same are brought about exactly at the proper time. When a disciple is ready to receive the higher light, he is brought into contact with a suitable guru by the supreme dispensation.

The guru is identical with Existence and hence the help derived from him cannot be estimated by the faculty of thinking.  Though God is indescribable, you can see and realize God through guru. The aspirant should regard his immediate guru – in the physical form – as an incarnation of the Guru of all gurus. Deify the guru. Guru, Ishwara, Brahman, Om, Truth, are all one. You must think that underneath the name and form of the guru there is the all-pervading, pure consciousness. In the course of time the physical form will vanish and you will realize your own Self, the pure Brahmic consciousness, that lies behind the physical form of the guru.

The Upanishads declare that the truths of Vedanta can be understood only by one who has great devotion to Ishwara and as much devotion to his guru. The Taittiriya Upanishad says, Acharya devo bhava“May your preceptor be your God.” If you have this attitude towards your guru, you will see good and good alone in him. Everything that the guru does will be good; his words will be God’s command to you. You will love to obey him. You will long to serve him. You will crush your ego and make a shoe of it for the guru to wear. You will offer the fragrant flower of your heart at the feet of your guru. The guru will be the one person in the world in whom you will refuse to see evil. That is the first step. That is the key to the realm of cosmic consciousness.

This vision of the guru will slowly expand. You will, under the wise guidance of the illumined guru, gradually perceive that the Supreme Principle that resides in your guru pervades the entire creation. You have already crushed your individuality in the service of the guru. When the inner consciousness expands, there will be nothing to obstruct it, no ego to limit its expansion. You will very soon realize cosmic consciousness. This is the supreme secret behind service and worship of guru, and self-surrender to guru. First realize God in your guru. Then you will realize God in every one. First serve your guru selflessly. Then you will be able to serve the entire humanity selflessly. First worship your guru with sincerity and devotion. Then you will worship the all-pervading Spirit. Guru is the gateway to God-realization.

An enduring tradition

Spiritual knowledge is a matter of guru parampara, guru-disciple lineage. It is handed down from guru to disciple. Study the Brihadaranyaka Upanishad. You will have a comprehensive understanding of this fact. The highest spiritual wisdom experienced by the seers of truth in the ancient times has been passed down to the present day through an unbroken line of traditional teachers.

The concept of this tradition is, in fact, a unique and wonderful gem in the cultural treasury of India. It is to a large extent responsible for the unbroken and eternal aspects of India’s grand spiritual heritage. It is the institution of guru parampara that has, from generation to generation and down the centuries, closely safeguarded the living experiences of the seers of the Upanishadic age.

So long as there is a world, there will be gurus and the Vedas to guide the struggling souls in the path of self-realization. The number of realized souls may be less in the Kali Yuga as compared to Satya Yuga, but they are always present to help aspirants. He who has a guru can alone know Brahman. The knowledge received from a teacher alone becomes perfect.
The satguru

To be a guru, one must have a command from God. Mere study of books cannot make one a guru. One who has studied the Vedas, and who has direct knowledge of the atman through anubhava, experience, can alone be a guru. A jivanmukta or liberated sage is the real guru or spiritual preceptor. He is the satguru. He is identical with Brahman or the Supreme Self. He is a knower of Brahman.

Here are the characteristics of a real guru. If you find them in any individual accept him at once as your guru. The real guru is one who has full knowledge of the Self and the Vedas. He does not expect anything from anybody. He possesses an exemplary character. He has equal vision and a balanced mind. He is free from likes and dislikes, joy and sorrow, egoism, anger, lust, greed and pride. He is an ocean of mercy. In his presence, one gets peace and elevation of mind. He is childlike, full of joy, bliss and wisdom.

He who is able to clear your doubts, he who is sympathetic in your sadhana, he who does not disturb your beliefs but helps you on from where you are, he in whose very presence you feel spiritually elevated – he is your guru. The guru’s tender smile radiates light, bliss, joy, knowledge and peace. He is a blessing to suffering humanity. His instructions are very impressive. He can give practical, easy lessons to control the mind and the senses. He is a friend and guide to those who have surrendered to him. Whatever he says is Upanishadic teaching. The guru knows the spiritual path. He knows the pitfalls and snares on the way. He gives timely warning to his students. He showers grace on their heads. All agonies, miseries, tribulations and taints of worldliness vanish in his presence.

Need for a guru

To say that without a guru an aspirant can reach the goal is as good as saying that a passenger can cross the turbulent river without a boat. Many people debate over the necessity of having a guru. Some assert vehemently that it is not necessary to have a guru for spiritual advancement and that one can attain self-realization through one’s own efforts only.

No spiritual progress is possible unless one gets the benign grace and direct guidance of a spiritual preceptor. Man is but a puny creature struggling under a host of severe limitations. He experiences pain, frustration, misery and wretchedness everywhere. On the other hand, he knows that there is a grand cosmic experience that is full of perfection, infinite knowledge and transcendental light. But how can he attain it? The guru provides the answer to that.

It is a decided and established conclusion that guru is absolutely essential for spiritual progress. Even secular science, arts and all worldly undertakings need the help of a teacher. Greater is the need for guidance on the spiritual path. Some aspirants practise meditation for some years independently. Later on they feel the actual necessity for a guru. They come across some obstacles on the way and do not know how to proceed further. Then they begin to search for a guru.

A seeker after truth is blessed when he gets the company of the satguru.  Such a blessing is very rare. It is the result of the full grace of God. Therefore, sit at the feet of guru, learn, reflect, meditate and realize.

Guru’s grace



Just as water flows from higher level to a lower level, so also the grace of the guru flows towards the disciple, if the latter has a true receptive attitude and sincere faith. Study philosophical books as much as you like, deliver lectures at world tours, remain in Himalayan caves for thousands of years, practise pranayama for years, do sirshasana for your whole life, but you cannot attain emancipation without the grace of guru.


The grace of guru will in a mysterious manner enable the disciple to perceive directly the Brahmic principle within.  Without the help of guru one cannot attain the knowledge of the Self.  Without the grace of guru one cannot grow into the divine state, live the divine life or be liberated from the trammels of the mind. Therefore, when you surrender at the sacred feet of your guru, beg him not for worldly needs, but for his grace, ask that you may have true devotion and lasting faith in him. Blessed is the disciple who has the grace of the guru on him permanently.



Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Εκατομβαιών ο μήνας της Μεγάλης Θεάς της Γνώσης στην αρχαία Ελληνική παράδοση & Βεδική Σανσκριτική ως Γκούρου Πουρνίμα

''Εκατομβαιών'' ο Μήνας η Νουμηνία (αστρονομία) η πρώτη μέρα του νέου σεληνιακού μήνα, Στην ολοκλήρωσής της Νουμηνίας του Εκατομβαιών την 28ημέρα, εορτάζεται η Γένεση της Μεγάλης Μητέρας Θεάς της Σοφής Γνώσης του Σύμπαντος, στο Όνομα και τον Συμβολισμό της Θεάς Αθηνάς - Μαζί της Εορτάζουν όλοι οι Αληθινοί Πραγματικοί Πνευματικοί Διδάσκαλοι.

Στην Αρχαία Ελλάς και ιδιαιτερά στην Αττική η Αστρονομική αυτη Ημέρα σήμαινε τον ερχομό του Νέου Έτους

Στους αρχαίους Βέδας και στα Σανσκριτικά κείμενα η ίδια Χρονική Γαλαξιακή περίοδος ονομάζεται Γκούρου Πουρνίμα με τις ίδιες Έννοιες.


Ο ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ
του έτους δίνεται από τον Όμηρο στην Οδύσσεια και αφορά τη μυθολογία του θεού-Ήλιου.
Κατά τον μύθο, στη νήσο Θρινακία ή Τρινακρία (αρχαία ονομασία της Σικελίας) ο θεός Ήλιος είχε 7 αγέλες βοών και 7 ποίμνια, που αποτελούνταν αντίστοιχα από 50 ζώα, τα οποία δεν αυξάνονταν ούτε ελαττώνονταν ποτέ (Ομ. Οδυσ. Μ’, 127). Η περιγραφή αυτή συμβόλιζε το έτος το οποίο —κατά τους αρχαϊκούς χρόνους— πίστευαν ότι αποτελείτο από 50 εβδομάδες, που κάθε μία είχε 7 μέρες και 7 νύχτες.

Όπως όλοι οι αρχαίοι λαοί, έτσι και οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν αρχικά πρωτογενές σεληνιακό ημερολόγιο 354 ημερών.
Ο Κηνσωρίνος (Censorinus), ο Ρωμαίος συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα, στο έργο του «Περί Γενεθλίου ημέρας», ονομάζει τους Αρκάδες «προσελήνους» ως πρώτους από όλους τους Έλληνες που στήριξαν το ημερολόγιό τους στον συνοδικό σεληνιακό μήνα.

Ο θρύλος, όμως, αναφέρει ότι οι Αρκάδες εκαυχώντο αφ’ ενός μεν ότι η ιερή πόλις τους Λυκόσουρα κτίστηκε πριν από τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, αφ’ ετέρου δε ότι οι ίδιοι προηγούντο και αυτής της δημιουργίας της Σελήνης. Για τον λόγο αυτόν, οι Αρκάδες ονομάστηκαν από τον Αριστοτέλη Προσέληνοι και από τους Λατίνους συγγραφείς Proselines. Ο θρύλος αυτός, βέβαια, κατά πάσα πιθανότητα στηρίζεται στο γεγονός ότι πιθανώς πρώτοι οι Αρκάδες απ’ όλους τους Έλληνες δημιούργησαν ημερολόγιο που βασιζόταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα. Πάντως, είναι γνωστό ότι μετά την Κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα, οι Πελασγοί διατηρήθηκαν αμιγώς μόνο στην ορεινή Αρκαδία· γι’ αυτόν τον λόγο οι Αρκάδες θεωρούσαν τους εαυτούς τους γηγενείς. Έτσι, μερικές από τις αρχαιότερες παραδόσεις συνεχίστηκαν και διατηρήθηκαν στην ορεινή περιοχή της Αρκαδίας, ενώ είχαν ουσιαστικά εξαφανιστεί από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Οι αρχαϊκές πηγές από τον ελλαδικό χώρο, όπως πήλινες πινακίδες του 13ου π.Χ. αιώνα, τα έργα του Ομήρου, του Ησίοδου κ.ά., αποκαλύπτουν τη χρήση σεληνιακών μηνών από τις ελληνικές πόλεις-κράτη.

Ο Ησίοδος αναφέρει μεθόδους υπολογισμού του έτους βασισμένες στην παρατήρηση λαμπρών άστρων. Στο έπος του «Έργα και Ημέραι» αναφέρει ως χρόνο αμητού (θερισμού) την περίοδο που το ανοικτό σμήνος των Πλειάδων ήταν ορατό με γυμνό μάτι λίγο πριν την αυγή, ενώ ως χρόνο οργώματος την περίοδο λίγο μετά την παροδική εξαφάνιση των Πλειάδων, των Υάδων και του αστερισμού του Ωρίωνα από τον ουρανό (Έργα και Ημέραι , 383-384, 614-616).
Επίσης, ο Ησίοδος συμβουλεύει τους γεωργούς να αλωνίζουν τα στάχυα όταν πρωτοεμφανίζεται ο Ωρίωνας, ένας αστερισμός που πολλοί αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν ως ημερολογιακό δείκτη. Αυτό βασιζόταν στο γεγονός ότι η ανατολή του κατά τις πρωινές ώρες συνέπιπτε με την αρχή του καλοκαιριού, ενώ η ανατολή του τα μεσάνυχτα συνέπιπτε με την αρχή της συγκομιδής των σταφυλιών. Τέλος, η ανατολή του κατά τις απογευματινές ώρες υποδείκνυε ότι πλησίαζε η ψυχρή εποχή του χειμώνα.

Ο Ιπποκράτης αναφέρει τις Πλειάδες και είχε επισημάνει το ότι διαιρούσαν το έτος σε τέσσερις εποχές, που βέβαια σχετίζονταν με τη θέση του ωραίου αυτού ανοικτού σμήνους στον ουρανό. Το καλοκαίρι άρχιζε με την εμφάνιση των Πλειάδων και διαρκούσε μέχρι την ανατολή του Αρκτούρου, του λαμπρότερου άστρου του αστερισμού του Βοώτη. Το φθινόπωρο διαρκούσε μέχρι την «εσπερία δύση» των Πλειάδων, ενώ τότε ακριβώς άρχιζε ο χειμώνας, που τελείωνε την εαρινή ισημερία. Κατόπιν, άρχιζε η εποχή της άνοιξης που διαρκούσε μέχρι την ανατολή των Πλειάδων.

Ο λαός για τον προσδιορισμό των εποχών του έτους χρησιμοποιούσε ένα πλήθος
φαινομένων που παρατηρούσε στη φύση. Ο Ησίοδος αναφέρει πολλά από αυτά. Όπως
τις κραυγές των αποδημητικών γερανών, οι οποίοι προανάγγελλαν τόσο την περίοδο
του οργώματος, όσο και την έναρξη της εποχής της σποράς, την αναρρίχηση των σαλιγκαριών στα φυτά, η οποία έδειχνε το τέλος του σκαψίματος των αμπελώνων κ.ά.

Αυτή η ταυτόχρονη χρησιμοποίηση πολιτικών και «φυσικών» ημερολογίων είναι χαρακτηριστικός τρόπος υπολογισμού του χρόνου από τους αρχαίους Έλληνες. Κατά τους κλασικούς χρόνους και μετέπειτα, οι μήνες, οι ονομασίες των οποίων σχετίζονταν με τις γιορτές προς τιμήν των ελληνικών θεοτήτων και βασίζονταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα, άρχιζαν από τη στιγμή που πραγματοποιείτο η φάση της νέας Σελήνης. Στην αρχαία Ελλάδα, όπως είναι σήμερα γνωστό, δεν υπήρχε ενιαίο ημερολόγιο. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κατά τόπους διάφορα ημερολόγια, όπως το αττικό (αθηναϊκό), των Λακεδαιμονίων, των Βοιωτών, των Δελφών, της Δήλου, της Κρήτης, των Μακεδόνων, των Κυπρίων κ.ά.

Τα ημερολόγια αυτά δεν συμφωνούσαν γενικά μεταξύ τους, επομένως δεν συμφωνούσαν ούτε τα εορτολόγια των αρχαίων Ελλήνων.
Το αττικό έτος άρχιζε την πρώτη νουμηνία (νέα Σελήνη), μετά το θερινό ηλιοστάσιο, των Λακεδαιμονίων κατά τη φθινοπωρινή ισημερία, ενώ το Αιτωλικό άρχιζε το χειμερινό ηλιοστάσιο.

Το πιο αξιόλογο και λεπτομερές ήταν το αρχαίο αττικό ή αθηναϊκό ημερολόγιο,
το οποίο και θα μελετήσουμε αναλυτικότερα. Δεν θα παραβλέψουμε όμως τις γιορτές και τους μήνες των άλλων ελληνικών πόλεων, τους οποίους —εκτός από τον συγκεντρωτικό πίνακα που δίνουμε— θα τους μελετήσουμε λεπτομερώς είτε στους αντίστοιχους αττικούς μήνες, για όσους έχουν κάποια σχέση μ’ αυτούς, είτε στο τέλος των ελληνικών μηνολογίων κατ’ αλφαβητική σειρά.
Ας δούμε πρώτο απ’ όλα το αρχαίο αττικό ή αθηναϊκό ημερολόγιο.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ATTIKO-ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΕΙΧΑΝ ΥΙΟΘΕΤΗΣΕΙ ένα σεληνιακό ημερολόγιο που υπολόγιζε
ότι η διάρκεια του έτους ήταν ίση με 354 ημέρες. Το έτος αυτό διαιρείτο σε 12 σεληνιακούς μήνες των 29,5 κατά μέσον όρο ημερών. Επειδή όμως οι μήνες έπρεπε να έχουν ακέραιο αριθμό ημερών, οι Αθηναίοι θεωρούσαν ότι περιλάμβαναν εναλλάξ 30 ημέρες (πλήρης μήνας) και 29 ημέρες (κοίλος μήνας). Έτσι, συμπληρωνόταν το άθροισμα των 354 ημερών (6Χ30+6Χ29 = 354 ημέρες).
Τα ονόματα των δώδεκα μηνών του πολιτικού έτους των αρχαίων Αθηναίων —και
η κατά προσέγγιση αντιστοιχία τους με τις περιόδους του σημερινού Γρηγοριανού
ημερολογίου— είναι τα εξής:

Οι ονομασίες των μηνών αυτών, όπως θα δούμε στη συνέχεια, βρίσκονταν σε άμεσο συσχετισμό με αντίστοιχες γιορτές που γιορτάζονταν κατά τη διάρκειά τους.
Παράσταση του αθηναϊκού αυτού λειτουργικού μηνολογίου διασώθηκε στη ζωφόρο που βρίσκεται εντοιχισμένη στον μικρό βυζαντινό ναό του Αγίου Ελευθερίου της Αθήνας. Ο ναός αυτός, γνωστός και ως Παναγία η Γοργοεπήκοος, ορθώνεται πλάι στη Μητρόπολη της Αθήνας και κτίστηκε από τη Βυζαντινή αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία (775-802 μ.Χ.).
Το υπέροχο αυτό γλυπτό ημερολόγιο, με αστρονομικές παραστάσεις και τον ζωδιακό κύκλο, χρονολογείται πιθανώς από τον 4ο π.Χ. αιώνα.

Το ανάγλυφο αυτό διαιρείται σε 12 τμήματα, όσοι ήταν, δηλαδή, και οι αθηναϊκοί μήνες. Στην αρχή κάθε τμήματος υπάρχει ένας άνθρωπος ντυμένος ανάλογα με την εποχή, ενώ κάθε τμήμα τελειώνει με το αντίστοιχο ζωδιακό σύμβολο.
Ενδιάμεσα υπάρχουν παραστάσεις που έχουν σχέση με τις γεωργικές ασχολίες ή
τις γιορτές του μήνα.
Αρχαιολόγοι-μελετητές διαιρούν το λειτουργικό αυτό μηνολόγιο σε πέντε εποχές:
στο Μετόπωρον (μετά δηλαδή τις οπώρες) με έναν μόνο μήνα, τον Πυανεψιώνα, στον χειμώνα, την άνοιξη και το καλοκαίρι· κάθε μία εποχή με τρεις μήνες, και τέλος στο φθινόπωρο με δύο μήνες, τον Μεταγειτνιώνα και τον Βοηδρομιώνα.
Οι πέντε αυτές εποχές υποδηλώνονται με ισάριθμες ανάγλυφες μορφές, η κάθε
μία από τις οποίες δείχνει και υπαινίσσεται τη φύση της αντίστοιχης εποχής.

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΤΤΙΚΟΙ ΜΗΝΕΣ


ΑΣ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ, ΟΜΩΣ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ των αρχαίων αττικών μηνών, τις θεότητες στις οποίες ήταν αφιερωμένοι και τις θρησκευτικές γιορτές που ήταν συνδεδεμένες μ’ αυτούς. Ως Αστρονομικο και σεληνιακο είναι κινητό το αρχαίο ημερολόγιο όπως οφείλει, για να είναι σωστό και οχι σταθερό. Οπότε η ημερομηνίες που δινονται εδω, με βαση το Γρηγοριανο ημερολόγιο, ειναι σε σταθερες ημέρες και δινεται μονο για προσδιορισμό ανάλογα με την νέα σελήνη μετα το θερινό Ηλιοστάσιο

1. Εκατομβαιών
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου, που γενικά αντιστοιχούσε στο 2ο ήμισυ του Ιουλίου και στο 1ο ήμισυ του Αυγούστου του Γρηγοριανού ημερολογίου, εφ’ όσον το αττικό έτος άρχιζε την πρώτη νουμηνία(νεος μήνας της νεας σεληνης) μετά το θερινό ηλιοστάσιο (21 Ιουνίου).

Αυτός ο μήνας πήρε το όνομά του από τα Εκατόμβαια, σπουδαίες γιορτές, στο πλαίσιο των Παναθηναίων, που ετελούντο τον μήνα αυτόν προς τιμήν του Απόλλωνα στην Αθήνα και της Αθηνάς και του Δία σε άλλες ελληνικές πόλεις.

Στις δημόσιες αυτές γιορτές θυσιάζονταν Εκατόμβαι, δηλαδή 100 βόδια, προς τιμήν του εορτάζοντος θεού, που γι’ αυτόν τον λόγο ονομαζόταν Εκατομβαίος.

Στη διάρκεια του Εκατομβαιώνα γιορτάζονταν στην Αθήνα τα Κρόνια —την 12η του μηνός— και τα Αθήναια —που αργότερα μετονομάστηκαν σε Παναθήναια— η αρχαιότερη και σημαντικότερη γιορτή των Αθηναίων, αφού κατά την παράδοση:
«Εριχθόνιος και των Παναθηναίων την εορτήν συνεστήσατο» (Πάριον Χρονικόν, στ. 18). Κορυφαία ημέρα της γιορτής, με την οποία φαίνεται ότι έκλεινε ο εορταστικός κύκλος, ήταν η 28η του Εκατομβαιώνα, κατά την οποία οι Αθηναίοι τιμούσαν τα γενέθλια της πολιούχου θεάς τους Αθηνάς. Αργότερα, πιθανώς από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., γιορτάζονταν και τα Μεγάλα Παναθήναια, από την 21η ή την 24η μέχρι την 28η του Εκατομβαιώνα ανά τετραετία. Με τη σπουδαία γιορτή των Παναθηναίων που γιορταζόταν με μεγαλοπρέπεια, οι Αθηναίοι τόνωναν αφ’ ενός μεν την πίστη τους στη θεά και το κράτος τους, αφ’ ετέρου δε έστελναν ένα μήνυμα σε φίλους και εχθρούς για το μεγαλείο και τη δύναμη της Αθήνας.

Τη 16η του μηνός γιορτάζονταν τα Συνοίκια ή Ξυνοίκια, μια από τις αρχαιότερες ετήσιες γιορτές των αρχαίων Αθηναίων προς τιμήν της θεάς Αθηνάς. Σύμφωνα με την παράδοση η γιορτή δημιουργήθηκε και καθιερώθηκε από τον Θησέα, όταν συνένωσε σε πόλη (συνοικισμό) τις 11 κωμοπόλεις και τα χωριά της Αττικής (Θουκ. Β’ 15, 1-2). Τα Συνοίκια ετελούντο με αναίμακτες θυσίες στη θεά Αθηνά και τη θεά Ειρήνη (Σχλ. Αριστφ. Ειρ. 1019). Αργότερα αναφέρονταν και με τις ονομασίες Μετοίκια ή Συνοικέσια.
Εκατόμβαιος ονομαζόταν μήνας των ιωνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, που ως ονομασία αντιστοιχεί προς τον αττικό μήνα Εκατομβαιώνα, αλλά σύμφωνα με το Ημερολόγιο της Φλωρεντίας (Hemorologium Florentinum) διαρκούσε από τις 24 Ιουνίου ως τις 24 Ιουλίου.
Στη Σπάρτη ο αντίστοιχος μήνας με τον αττικό Εκατομβαιώνα ονομαζόταν Εκατομβεύς, και κατά τη διάρκειά του γιορτάζονταν τα Υακίνθια, γιορτή προς τιμήν του εξαιρετικής ομορφιάς Υάκινθου, τον οποίον φόνευσε κατά λάθος ο Απόλλωνας. Τα Υακίνθια ήταν γιορτή που συμβόλιζε την ανά έτος θνήσκουσα και αναγεννώμενη βλάστηση. Από το γεγονός αυτό, αρκετοί ερευνητές θεωρούν ότι ο Εκατομβεύς αντιστοιχούσε μάλλον στον ανοιξιάτικο μήνα Θαργηλιώνα.
Τέλος, ως Εκατόμβιος είναι γνωστός μήνας στην πόλη Άλω της Φθιώτιδας (IG. ΙΧ 2, 109 b 50) αντίστοιχος του αττικού μήνα Εκατομβαιώνα.

2. Μεταγειτνιών
ΗΤΑΝ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου, που αντιστοιχούσε στην περίοδο από 15 Αυγούστου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου του σημερινού Γρηγοριανού ημερολογίου.
Η ονομασία του, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, οφείλεται στα Μεταγείτνια, γιορτή προς ανάμνηση του μετοικισμού του Θησέα από τη Μελίτη (δήμο των Αθηνών, Δ. της αγοράς) στη Διόμεια (δήμο των Αθηνών Ν.Α. της πόλης).
Αυτόν τον μήνα στην Αθήνα γίνονταν οι μετοικήσεις, δηλαδή οι μετακομίσεις και συνεπώς η αλλαγή των γειτόνων (μεταγείτνια). Στη γιορτή αυτή οι Αθηναίοι τιμούσαν τον Μεταγείτνιο Απόλλωνα.

Ο Μεταγειτνιών ήταν ο η αρχή του νέου οικονομικού έτους, οπότε άρχιζαν οι προετοιμασίες της τέλεσης των μυστηρίων, και το τέλος του στρατιωτικού έτους, οπότε πανηγυρίζονταν τα γυμνιστικά Εξιτήρια.
Ο αντίστοιχος προς τον Μεταγειτνιώνα μήνας των Αργείων και των Λακεδαιμονίων ονομαζόταν Κάρνειος. Η ονομασία του οφείλεται στον ονομαστό μάντη Κάρνο, γιο του Δία και της Ευρώπης, ο οποίος είχε διδαχθεί τη μαντική τέχνη από τον ίδιο τον θεό Απόλλωνα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Κάρνος φονεύθηκε από το αφηνιασμένο άλογό του, όταν
οι Δωριείς εισέβαλαν στην Πελοπόννησο. Ο Θεός Απόλλωνας, επειδή θεώρησε υπεύθυνους για τον φόνο του Κάρνου τους Λάκωνες, έριξε λοιμό στη χώρα. Για να εξιλεωθούν, λοιπόν, αυτοί δημιούργησαν τα Κάρνεια, ειδική γιορτή προς τιμήν του Κάρνου, που γιορταζόταν στον ομώνυμο μήνα (Σχλ. Β, 8,3). Κατά τη διάρκεια της γιορτής τιμούσαν τον Απόλλωνα Κάρνειο, προστάτη των κοπαδιών. Ο μήνας Κάρνειος αναφέρεται εκτός από τη Σπάρτη και στα μηνολόγια του Άργους, της Επιδαύρου, της Ρόδου και των δωρικών αποικιών της Σικελίας. Στις Συρακούσες ο Κάρνειος ήταν , όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, αντίστοιχος με τον αττικό Μεταγειτνιώνα: «του Καρνείου μηνός, όν Αθηναίοι Μεταγειτνιώνα προσαγορεύουσι» (Πλούταρχος, Νικ. 28). Όπως είναι γνωστό από επιγραφές, ο αντίστοιχος προς τον Μεταγειτνιώνα μήνας των Βοιωτών ονομαζόταν Πάνεμος ή Πάναμος, μια ονομασία μήνα που τη συναντάμε σε πολλά ελληνικά μηνολόγια (Σπάρτη, Επίδαυρος, Άργος, Ρόδος ή ως Πάνημος σε Δήλο, Θεσσαλία και Μακεδονία) αλλά με διαφορετική σειρά στο έτος. Ο Μεταγειτνιών ή Μεταγιτνιών αναφέρεται και στα ημερολόγια νησιών του Αιγαίου, όπως της Δήλου, Σάμου, Κω και Καλύμνου, ενώ στη Ρόδο αναφέρεται ως Μεταγείτνιος.

3. Βοηδρομιών
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ —και σε παλαιότερες εποχές του πρώτου— μήνα του αττικού ημερολογίου, που ήταν ο μήνας της φθινοπωρινής ισημερίας.
Ονομάστηκε έτσι λόγω της γιορτής των Βοηδρομίων, την 6η ή την 7η ημέρα του, που πιθανώς αντιστοιχούσε στην 22α Σεπτεμβρίου.
Τα Βοηδρόμια ήταν γιορτή προς τιμήν του Βοηδρομίου ή Βοηθόου Απόλλωνα, ο οποίος έτρεχε με βοή σε βοήθεια αυτών που ζητούσαν τη συνδρομή του, ιδιαίτερα ως βοηθός και σύμμαχος στον πόλεμο: «Βοηδρομείν γάρ το βοηθείν ωνομάζετο».

Οι Αθηναίοι την παραμονή της γιορτής έκαναν θυσίες προς τιμήν της αδελφής του Απόλλωνα, θεάς της άγρας (κυνηγιού), της Αρτέμιδος της Αγροτέρας. Κάθε χρόνο, λοιπόν, στο χωριό Άγρα ή Άγρες πέρα από το Ιλισό, οι Αθηναίοι τελούσαν εκεί γιορτή στον ναό της Αγροτέρας Άρτεμης προς τιμήν της θεάς, και ο «άρχων-πολέμαρχος» πρόσφερε ως θυσία 500 κατσίκες. Η γιορτή αυτή ξεκίνησε μετά τη μάχη του Μαραθώνα, ότε οι Αθηναίοι επετέθησαν με βοή και δρομαίως.
Η γιορτή των Βοηδρομίων, κατά τον Πλούταρχο (Πλουτ. Θησ. ΚΖ’), ετελείτο στη μνήμη της νίκης του Θησέα εναντίον των Αμαζόνων και προς τιμήν του Βοηθόου Απόλλωνα που τον βοήθησε. Κατά τον Παυσανία, η γιορτή θεσπίστηκε από τον Ίωνα σε ανάμνηση της βοήθειας που έστειλε στους Αθηναίους στις μάχες τους εναντίον των Ελευσινίων.
Επίσης, από την 15η του Βοηδρομιώνα και για 9 ημέρες γιορτάζονταν τα Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια. Η πρώτη ημέρα, η 15η Βοηδρομιώνα, κατά την οποία γινόταν η προκήρυξη της γιορτής ονομαζόταν αγυρμός, από τη λέξη άγυρις που σημαίνει συνάθροιση ή συγκέντρωση. Ο άρχων-βασιλιάς, που είχε την ανώτατη εποπτεία στα μυστήρια, καλούσε τον δήμο στην Αγορά και με την παρουσία του ιεροφάντη και του Δαδούχου, ο Ιερός Κήρυκας έκανε την προκύρηξη της γιορτής για να λάβουν μέρος στα μυστήρια οι «έχοντες καθαρήν την καρδίαν και τας χείρας».

Οι Αθηναίοι τον μήνα Βοηδρομιώνα —αν και είχε 30 ημέρες— τον θεωρούσαν κοίλο μήνα με 29 ημέρες. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν υπολόγιζαν στην αρίθμησή του τη 2η ημέρα του, επειδή, κατά την παράδοση, αντιστοιχούσε στην επέτειο της έριδας του Ποσειδώνα και της Αθηνάς για την επικυριαρχία της Αθήνας (Πλουτ. Συμπ. πρβλ. Θ’, 6. Π, Φιλαδ. 489).
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μήνας αυτός συναντάται με την ίδια ονομασία στην Πριήνη και στην Όλβια της Σκυθίας· ως Βαδρομιών στη Χίο και στη Λάμψακο και ως Βαδρόμιος στην Ρόδο, την Κω, την Κάλυμνο και την Κνίδο.
Στον Βοηδρομιώνα αντιστοιχεί ο Βοαθόιος ή Βοαθόος, ο τρίτος μήνας του ημερολογίου των Δελφών.
Ο αντίστοιχος προς τον Βοηδρομιώνα μήνας του ημερολογίου της Σπάρτης ήταν ο Πάναμος, που αποτελούσε και την αρχή του σπαρτιατικού έτους κατά τη φθινοπωρινή ισημερία.

4. Πυανεψιών
Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου, που αντιστοιχούσε στην περίοδο από 15 Οκτωβρίου μέχρι 15 Νοεμβρίου του Γρηγοριανού ημερολογίου.
Την 7η ημέρα του ετελούντο τα Πυανέψια ή Πυανόψια προς τιμήν του θεού Απόλλωνα και της Σκιράδος Αθηνάς (Πλουτ. Θησ. ΚΒ’). Από αυτήν ακριβώς τη γιορτή προήλθε η ονομασία του.
Η γιορτή των Πυανεψίων πήρε το όνομά της από τα πύανα, δηλαδή τους κύαμους (κουκιά) και τα όσπρια, που οι εορτάζοντες έτρωγαν και μέρος των οποίων προσέφεραν στους θεούς.
Τα Πυανέψια εθεωρούντο αγροτική γιορτή, με ευχαριστίες προς τον θεό Απόλλωνα για την αφθονία των καρπών της γης.
Κατά τη διάρκεια της γιορτής τα παιδιά γυρνούσαν πόρτα πόρτα κρατώντας την  «ειρεσιώνην», ένα κλαδί ελιάς με καρπούς του φθινοπώρου τυλιγμένο με μαλλιά, τραγουδώντας το ομώνυμο τραγούδι, που πίστευαν ότι προστάτευε από τις ασθένειες τους καρπούς της γης.
Οι στίχοι του διασώθηκαν και είναι οι παρακάτω:

«Ειρεσιώνη σύκα φέρει και πίονας άρτους και μέλι εν κοτύλη και έλαιον αναψήσασθαι (αποψήσασθαι) και κύλικ’ εύζωρον, ως αν μεθύουσα καθεύδη».

Οι οικοδέσποινες πρόσφεραν στα παιδιά φιλοδωρήματα και ενώ αυτά έφευγαν χαρούμενα, αυτές κρεμούσαν τη δική τους «ειρεσιώνη» πάνω από την εξώπορτά τους, την οποία διατηρούσαν όλο τον χρόνο.
Συνέχεια της ειρεσιώνης θεωρούνται τα ελληνικά κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.
Κατά τη διάρκεια της γιορτής, ένα αγόρι, του οποίου ζούσαν και οι δύο γονείς (αμφιθαλής), έφερνε την ειρεσιώνη στο ιερό του Απόλλωνα και την έστηνε ή την κρεμούσε στην είσοδο του ναού.

Στη Σάμο, η γιορτή αυτή γινόταν στα ανοιξιάτικα Θαργήλια του Απόλλωνα με θυσίες στον Ήλιο και τις Ώρες (τις εποχές του έτους).
Αυτό το αρχαίο ελληνικό έθιμο των Θαργηλίων αντιστοιχεί στο νεοελληνικό έθιμο του στεφανιού της Πρωτομαγιάς.
Αντίστοιχη με τη ειρεσιώνη ήταν η κορυθάλη, κλαδί δάφνης ή ελιάς που κρεμόταν στην εξώπορτα των σπιτιών.
Η κορυθάλη προσφερόταν στη θεά Αρτέμιδα, η οποία με την προσωνυμία «κορυθαλία» λατρευόταν στη Σπάρτη ως θεά της γονιμότητας και προστάτιδα των τροφών που φρόντιζαν τα βρέφη.
Αργότερα, στους χρόνους του Κίμωνα, παράλληλα με τη γιορτή των Πυανεψίων, την 7η του μηνός γιορταζόταν στην Αθήνα, η βακχική γιορτή του τρύγου, τα Οσχοφόρια ή Ωσχοφόρια (Πλουτ. Θησ. ΚΒ’), προς τιμήν της Αθηνάς και του Διονύσου. Στα Οσχοφόρια δύο νέοι (οι Οσχοφόροι), ντυμένοι γυναικεία, έφεραν τη δική τους ειρεσιώνη, που ήταν κλαδιά κλήματος κατάφορτα με σταφύλια (όσχοι). Οι Οσχοφόροι προηγούνταν της πομπής, που ξεκίναγε από τον ναό του Διονύσου στην Αθήνα και κατέληγε στον ναό της Σκιράδος Αθηνάς στο Φάληρο. Κατά τη διάρκεια της γιορτής γίνονταν αγώνες δρόμου μεταξύ «οσχοφορούντων» εφήβων από όλες τις φυλές και οι 10 πρώτοι νικητές, ένας από κάθε φυλή, έπαιρναν ως έπαθλο μία φιάλη με τα «πενταπλόα», ποτό που το αποτελούσαν τα πέντε κυριότερα προϊόντα του έτους: κρασί, μέλι, τυρί, αλεύρι και λάδι. Επίσης, οι νικητές έμπαιναν επικεφαλής της πομπής στην τελετή προς τιμήν του θεού Διονύσου. Την ειδική αυτή τελετή —με χορούς, τραγούδια και θυσίες— τη συσχέτιζαν οι Αθηναίοι με τη μετάβαση του Θησέα στην Κρήτη, για να απαλλάξει την Αθήνα από τον φόρο αίματος στον Μινώταυρο. Άλλωστε, η παράδοση αναφέρει ότι αυτή τη γιορτή την καθιέρωσε ο Θησέας σε ανάμνηση της νίκης του εναντίον του Μινώταυρου.

Κατά τον μήνα Πυανεψιώνα ετελούντο ακόμα τα Απατούρια (από το ά(μα)+πατήρ): τριήμερες γιορτές (δόρπεια, ανάρρυσις και κουρεώτις) κατά τις οποίες οι πατέρες των παιδιών τα έγραφαν στις φρατρίες. Στις γιορτές αυτές τιμούσαν τον Δία Φράτριο, μαζί με την Απατουρία Αθηνά —από τη λέξη απάτη, κατάλοιπα της εποχής που η απάτη εθεωρείτο αρετή— προστάτιδα των συγγενικών γενών. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά στην Αθήνα υπήρχαν 4 φυλές. Κάθε φυλή διαιρείτο σε 3 μέρη που το κάθε τρίτο ονομάστηκε τριττύς ή φρατρία, ή αργότερα και πατριά. Σε κάθε φρατρία υπήρχαν 30 γένη. Αυτή η διαίρεση είναι βέβαιο ότι έγινε σύμφωνα με το ημερολόγιο: οι 4 φυλές αντιστοιχούσαν στις 4 εποχές του έτους· οι 12 φρατρίες στους 12 μήνες του έτους και τα 30 γένη κάθε φρατρίας στις 30 ημέρες του μήνα, ώστε συνολικά 12Χ30=360, δηλαδή το σύνολο των ημερών του έτους.

Λόγω ακριβώς της γιορτής των Απατουρίων, ο αντίστοιχος του αττικού μήνα Πυανεψιώνα ονομαζόταν στη Δήλο Απατουριών. Με την ίδια ή ελαφρά διαφορετική ονομασία ως Απατούριος ή Απατουρεών απαντάται στα μηνολόγια των ιωνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, της Κυζίκου και της Όλβιας στη Σκυθία.
Από την 9η έως τη 13η ή από τη 10η έως τη 14η του Πυανεψιώνα ετελούντο στην Αθήνα τα Θεσμοφόρια, η σημαντικότερη γιορτή των γυναικών. Τα Θεσμοφόρια ήταν γιορτή αφιερωμένη στη Θεσμοφόρο Δήμητρα, ως προστάτιδα της γεωργίας, του γάμου και της κοινωνικής τάξης. Η πρώτη ημέρα της γιορτής ονομαζόταν Στήνια και διανθιζόταν με γιορταστικά περιπαιχτικά τραγούδια. Τη δεύτερη ημέρα πανηγυρίζονταν τα Θεσμοφόρια στον Αλιμούντα (παραλιακό δήμο της Αττικής) στη χερσόνησο Κωλιάδα (σημερινό Άγιο-Κοσμά), όπου υπήρχε ο ναός της Κωλιάδος Αφροδίτης, ένα από τα σημαντικότερα ιερά της Αττικής. Οι υπόλοιπες τρεις ημέρες ήταν οι κυρίως ημέρες της τελετής μέσα στην πόλη των Αθηνών. Από αυτές, η πρώτη ονομαζόταν Άνοδος, λόγω της επιστροφής των εορταζόντων από τον Αλιμούντα στην Αθήνα. Η δεύτερη εκαλείτο —και ήταν πραγματικά— αυστηρή Νηστεία. Η τρίτη λεγόταν Καλλιγένεια και κατά τη διάρκειά της τιμούσαν τη Δήμητρα με θυσίες και χορούς ως θεά προστάτιδα της γέννησης υγιών και ωραίων παιδιών.

Στις τελετές αυτές απαγορευόταν αυστηρά η παρουσία αντρών.
Κατά τον μήνα αυτόν γιορτάζονταν στην Αθήνα τα Θησεία, την 8η Πυανεψιώνα, και γι’ αυτό ελέγοντο ογδόδια (Αρστφ. Πλούτ. 626) και κάθε όγδοη ημέρα ήταν ιερή αφιερωμένη στον Θησέα και στον Ποσειδώνα.
Την τελευταία ημέρα του Πυανεψιώνα ετελείτο στην Αθήνα ιδιαίτερη γιορτή αφιερωμένη στην Αθηνά-Εργάνη, προστάτρια από κοινού με τον Ήφαιστο των τεχνιτών. Αρχικά, και μέχρι τον 4ο π.Χ. αιώνα, η γιορτή πανηγυριζόταν από όλο τον δήμο (λαό) προς τιμήν της Αθηνάς-Εργάνης και γι’ αυτό ονομαζόταν Αθήναια ή Πάνδημος.
Αργότερα, γιορταζόταν μόνο από τους τεχνίτες και ειδικά από τους χαλκείς (σιδηρουργούς-μεταλλουργούς) προς τιμήν του Ηφαίστου και έτσι μετονομάστηκε σε Χαλκεία. Τα Χαλκεία έδωσαν στον Κηφισιέα Μένανδρο το υλικό για την ομώνυμη κωμωδία του, μικρό απόσπασμα της οποίας σώζεται από τον Αθήναιον (ΙΑ’, 5Ο2- Πολυδ. Ζ’, 1Ο5).

5. Μαιμακτηριών
Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου, που αντιστοιχούσε στην περίοδο από τη 15η Οκτωβρίου μέχρι τη 15η Νοεμβρίου του σημερινού Γρηγοριανού ημερολογίου.
Η ονομασία του προήλθε, όπως εξηγεί ο Αρποκρατίων, από τις γιορτές των Μαιμακτηρίων προς τιμήν του Μαιμάκτου Διός, δηλαδή του ενθουσιώδη και ταράσσοντα τον ουρανό Δία, προαναγγέλλοντας κατά τον Μαιμακτηριώνα την έναρξη του χειμώνα, αφού στη διάρκειά του «ό αήρ ταράττεται και μεταβολήν έχει». Ο Φώτιος υποστηρίζει ότι ο Μαιμακτηριών πήρε την ονομασία του «από τής μαιμάξεως τής περί την άμπελον», δηλαδή από τον τρύγο των αμπελιών για την παρασκευή του κρασιού.

Στα Μαιμακτήρια, οι Αθηναίοι ικέτευαν με δεήσεις τον Νεφεληγερέτη Δία, που τάρασσε το Σύμπαν, να φανεί μειλίχιος, να καταπαύσει τις ταραχές του αέρα και να στείλει τη βροχή για να σπείρουν τους αγρούς τους.
Στις γιορτές αυτές, στο θέατρο των Αθηνών, άντρες μεταμφιεσμένοι σε Βάκχες, Νύμφες και Ώρες, ντυμένοι με βαριά ρούχα και κρατώντας πέπλο πανηγύριζαν την έναρξη του χειμώνα.
Στην Κέα, από μία επιγραφή που βρέθηκε εκεί πληροφορούμαστε ότι ο αντίστοιχος προς τον Μαιμακτηριώνα μήνας ονομαζόταν Μαιμακτήρ. Επίσης, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο αντίστοιχος προς τον Μαιμακτηριώνα βοιωτικός μήνας ονομαζόταν Αλκυμένιος ή Αλαλκομένιος.

6. Ποσειδεών
ΉΤΑΝ Ο ΕΚΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου, συνήθως όμως ο τέταρτος των ημερολογίων των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας.
Ήταν ο κυρίως μήνας του χειμώνα και αντιστοιχούσε στους σημερινούς μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο του Γρηγοριανού ημερολογίου.
Από την 8η έως την 11η του Ποσειδεώνα, στην Αθήνα και στους γύρω δήμους, ετελούντο τα κατ’ αγρούς Διονύσια ή Διονύσια τα μικρά. Στις μυστηριακές αυτές γιορτές γινόταν αναπαράσταση διαφόρων μύθων που αφορούσαν τον θεό Διόνυσο. Επικεφαλής των κατ’ αγρούς Διονυσίων ήταν οι δήμαρχοι.
Την 26η του μηνός ετελούντο στην Αθήνα και την Ελευσίνα τα Αλώα, προς τιμήν της Δήμητρας, της Κόρης (Περσεφόνης) και του Διονύσου. Η ονομασία της γιορτής προέρχεται από το άλως, που σημαίνει αλώνι, κήπο ή καλλιεργημένο χωράφι. Η γιορτή πανηγυριζόταν τον μήνα Ποσειδεώνα —αν και διίστανται οι γνώμες των ειδικών— και στο τέλος της υπήρχε πομπή προς τιμήν του Ποσειδώνα, ο οποίος πριν γίνει θεός της θάλασσας λατρευόταν ως χθόνιος θεός (Γαιήοχος) και θεός της βλάστησης· ως Ποσειδώνας Φυτάλμιος, δηλαδή γονιμοποιός· μια αρχέγονη μορφή του Ποσειδώνα, της προσωποποίησης των γλυκών νερών που γονιμοποιούν τη γη. Τα Αλώα ήταν γιορτή γυναικεία με ελευθεροστομία και με τελετές που είχαν τη σημασία της πρόκλησης γονιμότητας και ευφορίας. Γι’ αυτούς τους λόγους, οι γυναίκες κρατούσαν στα χέρια τους ομοιώματα αντρικών και γυναικείων γεννητικών οργάνων και πανηγύριζαν άσεμνα. Ο Σχολιαστής του Λουκιανού σε κάποιο τμήμα του κειμένου του (Εταιρ. Διάλ. 7.4) αναφέρει: «αναφωνούσι δε προς αλλήλαις πάσαι αί γυναίκες αισχρά και άσεμνα, βαστάζουσαι είδη σωμάτων απρεπή ανδρειά τε και γυναικεία. Ενταύθα οινός τε πολύς πρόκειται και τράπεζαι.... πρόσκειται δε ταις τραπέζαις και εκ πλακούντος κατασκευασμένα αμφοτέρων γενών αιδοία». Ένα δυσεξήγητο πρόβλημα είναι το γεγονός ότι η γιορτή πανηγυριζόταν στα αλώνια τον Ιανουάριο, και όχι τον Ιούλιο που είναι ο μήνας του αλωνίσματος (Αλωνάρης). Διάφοροι ερευνητές πιστεύουν ότι η αλλαγή της ημερομηνίας από τους καλοκαιρινούς μήνες στον Ιανουάριο οφειλόταν κατά πάσα πιθανότητα στον θεό Διόνυσο. Όταν, λοιπόν, ο θεός πήρε τη θέση της Δήμητρας στις γιορτές, άρπαξε και το αλώνι της, προκαλώντας την ημερομηνιακή ανωμαλία και προσφέροντας στο αλώνισμα μια χειμωνιάτικη γιορτή.

Ο Ποσειδεώνας ήταν ο μήνας της χειμερινής τροπής του Ήλιου και συνεπώς, κατά τη διάρκειά του, συνέβαινε η «διαμετρημένη ημέρα», η μικρότερη δηλαδή σε διάρκεια μέρα του έτους ίση με περίπου 9,5 ώρες. Ο χρόνος της «διαμετρημένης ημέρας» διαιρούμενος, μέσω κλεψυδρών, σε τρία μέρη χρησίμευε στα δικαστήρια για την αγόρευση του κατηγόρου, για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και για τις ομιλίες των δικαστών. Μήνας Ποσειδεώνας αναφέρεται και στο ημερολόγιο της νήσου Δήλου, αντίστοιχος προς τον αττικό Ποσειδεώνα.
Μετά τον μήνα Ποσειδεώνα και σε περιόδους δύο αρχικά, τεσσάρων ή τελικά οκτώ ετών, τις λεγόμενες διετηρίδες, τετραετηρίδες και οκταετηρίδες προστίθετο ο εμβόλιμος 13ος μήνας, που ονομαζόταν Ποσειδεών δεύτερος, με τις αντίστοιχες βέβαια ημέρες για κάθε τέτοιο χρονικό κύκλο. Ειδικά στον κύκλο των οκτώ ετών (Μέγας Ενιαυτός), ο Ποσειδεών δεύτερος προστίθετο κάθε 3ο, 5ο και 8ο έτος με διάρκεια 30 ημερών (πλήρης μήνας).
Ο Ποσειδεών δεύτερος άρχισε να προστίθεται στο έτος, για να το εναρμονίσει με το ηλιακό-τροπικό, κατά τους χρόνους του Σόλωνα (594 π.Χ.) ή του Κλεοστράτους (540 π.Χ.), οπότε θεσπίστηκε το σεληνοηλιακό αττικό ημερολόγιο.
Όσον αφορά τον «Μέγα Ενιαυτό», ο όρος αυτός χρησιμοποιείτο και με την ευρύτερη φιλοσοφική διάστασή του. Ο αστρονομικός Μέγας Ενιαυτός αρχικά καθιερώθηκε από τους Ίωνες φιλοσόφους και ιδιαίτερα από τον Ηράκλειτο, ο οποίος και προσδιόρισε τη διάρκειά του ίση με 10.800 έτη, όπως αναφέρει ο Αέτιος, ή ίση με 18.000 έτη, όπως αναφέρει ο Κηνσωρίνος. Ο σπουδαίος αστρονόμος Αρίσταρχος ο Σάμιος (320-250 π.Χ.) αναφέρει τον Μεγάλο Ενιαυτό ίσον με 2.484 έτη. Τα ίδια υποστηρίζει και ο αστρονόμος Οινοπίδης ο Χίος (5ος π.Χ. αιώνας), ο οποίος είχε αφιερώσει στην Ολυμπία χάλκινη πλάκα πάνω στην οποία είχε χαράξει ανακάλυψή του σχετική με το ηλιακό και το σεληνιακό έτος. 

Ο Μεγάλος Ενιαυτός θεωρείτο περιοδικός κύκλος στο τέλος του οποίου οι αστρονόμοι πίστευαν ότι το Σύμπαν θα καταστρεφόταν εξαιτίας μεγάλου πύρινου Κατακλυσμού, από τον οποίον θα αναφλεγόταν για να αναδημιουργηθεί στη συνέχεια και να επαναζήσει νέα περίοδο Μεγάλου Ενιαυτού, μετά το τέλος του οποίου θα γινόταν νέα καταστροφή, και πάλι νέα αναδημιουργία. Η δοξασία αυτή των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και αστρονόμων συμπίπτει με τις ανατολικές φιλοσοφικές θεωρίες για την αιώνια ανακύκληση ή για την αιώνια επιστροφή, τις οποίες ασπάστηκαν και υποστήριξαν εκπρόσωποι των νεοτέρων φιλοσοφικών ρευμάτων. Μερικοί από αυτούς υποστηρίζουν ότι ο Μέγας Ενιαυτός έχει περίοδο ίση με 25.796 έτη, ταυτόσημη δηλαδή με την περίοδο της γήινης μετάπτωσης (Παράρτημα VΙ).

7. Γαμηλιών
Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και ο πρώτος μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, αφού αντιστοιχούσε στους σημερινούς Ιανουάριο-Φεβρουάριο.
Η ονομασία του προέρχεται από τις αντίστοιχες ιερές αθηναϊκές γιορτές, στο επίκεντρο των οποίων δέσποζε η γιορτή των Θεογαμίων, στην οποία γιορταζόταν ο ιερός γάμος του Δία και της Ήρας. Ο ιερός γάμος γινόταν με σκοπό να ενισχύσει την ευεργετική δύναμη των βροχών που είχαν πέσει στη γη, ώστε να ευοδωθεί η βλάστηση.
Ο μήνας αυτός ήταν ιερός και αφιερωμένος στους πέντε γαμήλιους θεούς· Δία τον Τέλειο, Ήρα την Τελεία, Αφροδίτη, Πειθώ και Άρτεμη, από τους οποίους εξαρτιόταν η ευτυχής έκβαση του γάμου. Ιδιαίτερα όμως οι Αθηναίοι τιμούσαν τον Δία τον Τέλειο και την Ήρα την Τελεία, η οποία ήταν η προστάτιδα-θεά του γάμου.

Στη διάρκεια του Γαμηλιώνα γίνονταν οι περισσότεροι γάμοι των Αθηναίων, ενώ ειδικά την 27η του μηνός ετελούντο στην Αθήνα οι γαμήλιες θυσίες ή γάμηλα.
Από την 8η μέχρι την 11η ημέρα του Γαμηλιώνα, γιορτάζονταν στην Αθήνα τα Λήναια, προς τιμήν του Ληναίου Διονύσου· ετελούντο γύρω από το θέατρο του Διονύσου των Αθηνών. Για τον λόγο αυτόν στη Δήλο, και σε ορισμένες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. ο Γαμηλιών λεγόταν Ληναιών. Η ονομασία αυτή προέρχεται από την αρχαία λέξη ληνός, που ήταν το μέρος όπου πατούσαν τα σταφύλια (το πατητήρι). Από το γεγονός αυτό ο θεός του κρασιού Διόνυσος έφερε και την προσωνυμία Ληναίος. Επικεφαλής των Ληναίων, όπως και των Ανθεστηρίων, ήταν ο άρχων βασιλεύς.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι προς τιμήν του Διονύσου ετελούντο στην Αθήνα τα Οσχοφόρια, τα Διονύσια, τα Λήναια, τα Ανθεστήρια και άλλες σπουδαίες γιορτές. Πολλά όμως ελληνικά ημερολόγια τιμούσαν τον Διόνυσο με τον ομώνυμό του μήνα. Ο μήνας Διονύσιος εχρησιμοποιείτο κυρίως στη Μέση Δυτική Ελλάδα, καθώς και στις δωρικές αποικίες του Βοσπόρου και του Πόντου. Στην Αιτωλία ο Διονύσιος αντιστοιχούσε με τον αθηναϊκό μήνα Μουνιχιώνα, ενώ στο ημερολόγιο της Βιθυνίας ήταν ο τέταρτος μήνας του έτους και αντιστοιχούσε στο χρονικό διάστημα από 24η Δεκεμβρίου έως 23η Ιανουαρίου του Γρηγοριανού ημερολογίου. Ο μήνας Διονύσιος αναφέρεται σε επιγραφές που βρέθηκαν στην Άγκυρα, στη Χαλκηδόνα, στη Λοκρίδα, στο Βυζάντιο, στην Κρήτη και στο Ταυρομένιο της Σικελίας.

8. Ανθεστηριών
ΗΤΑΝ Ο ΟΓΔΟΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και ο πρώτος μήνας της άνοιξης, αφού αντιστοιχούσε στους σημερινούς μήνες Φεβρουάριο-Μάρτιο.
Το όνομά του προέρχεται από τη σπουδαία γιορτή των Ανθεστηρίων προς τιμήν του θεού Διονύσου.

Τα Ανθεστήρια ήταν τριήμερες ανοιξιάτικες γιορτές, που γιορτάζονταν την 11η, 12η και 13η ημέρα του Ανθεστηριώνα. Την πρώτη ημέρα γιορτάζονταν τα Πιθοίγια, που αποτελούσαν την προκαταρκτική γιορτή.
Τότε οι Αθηναίοι άνοιγαν τα πιθάρια για να δοκιμάσουν το κρασί της νέας χρονιάς. Το θεϊκό αυτό δώρο του Διονύσου το έφερναν οι πιστοί στο ιερό του θεού για να το ευλογήσει: «ανοίξαντες γάρ τούς πίθους πάσι μετεδίδουν του Διονύσου δωρήματος» (Ησίοδος: Έργα και Ημέραι, 366).
Την ημέρα των Πιθοιγίων οι αρχαίοι Αθηναίοι την είχαν αφιερώσει στην αγαθοποιό θεότητα, τον Αγαθοδαίμονα. Ο Πλούταρχος στα Ηθικά (Η’, 10,3) αναφέρει: «... και μην οίνου γε το νέον οι πρωϊαίτατα πίνοντες Ανθεστηριώνι πίνουσι μηνί μετά χειμώνα· και την ημέραν εκείνην ημείς μεν Αγαθού Δαίμονος, Αθηναίοι δε Πιθοίγια προσαγορεύουσιν». Η γιορτή αυτή ονομαζόταν και Πιθογία, γιατί οι Αθηναίοι πίστευαν ότι ο Αγαθοδαίμονας έβγαινε από τα πιθάρια των σπιτιών, παρέμενε στο φως όλη τη μέρα της γιορτής του και το βράδυ επέστρεφε πάλι στο σκοτεινό μέρος της διαμονής του.
Τη δεύτερη ημέρα γιορτάζονταν οι Χόες ή Χοές, που η ονομασία τους προέρχεται από το χούς, το ειδικό πήλινο αγγείο, που είχαν μαζί τους οι εορτάζοντες.

Οι Χόες ήταν η σπουδαιότερη από τις τριήμερες γιορτές και —κατά τον Θουκυδίδη— τα αρχαιότερα Διονύσια.
Την ημέρα αυτή οι Αθηναίοι γιόρταζαν τον ερχομό της άνοιξης και καλωσόριζαν τον θεό, τον οποίον υποδυόταν ο άρχων-βασιλεύς, ο οποίος έμπαινε στην πόλη με την ακολουθία του πάνω σε πλοίο με ρόδες. Η πομπή ξεκινούσε από το Φάληρο, γιατί η παράδοση έλεγε ότι ο Διόνυσος ήρθε από τη θάλασσα, και κατευθυνόταν στο μεγάλο ιερό του θεού «εν Λίμναις», εκεί όπου βρίσκεται η σημερινή Γαργαρέττα. Στο ιερό του ο Διόνυσος —στο πρόσωπο του άρχοντα-βασιλιά— συναντούσε τη βασιλίννη (σύζυγο του βασιλιά), και το θεϊκό ζευγάρι έμπαινε επικεφαλής της πομπής.
Στη συνέχεια, γινόταν η γιορτή της ιερογαμίας, δηλαδή ο μυστικός ιερός γάμος του θεού και το γαμήλιο γλέντι με αγώνες οινοποσίας. Ο ιερός γάμος πανηγυριζόταν στον χώρο του Βουκολείου κοντά στο Πρυτανείο. Εκεί γινόταν η ένωση του άρχοντος-βασιλιά, που αναπαρίστανε τον Διόνυσο, με τη βασιλίννη, κατάλοιπο μιμητικής γονιμικής μαγείας για την καρποφορία της γης. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, η λέξη βουκολείο, που σημαίνει χώρος για ταύρους, υποδήλωνε ότι η αρχαϊκή τελετή του ιερού γάμου ίσως έπαιρνε τη μορφή της ένωσης ενός ταυροθεού με τη βασιλίννη, όπως κατά πάσα πιθανότητα γινόταν στη μινωική Κρήτη, σύμφωνα με τον μύθο του Μινώταυρου.
Την τρίτη ημέρα γιορτάζονταν οι Χύτροι. Η γιορτή αυτή ήταν αφιερωμένη, εκτός από τον Διόνυσο, στους νεκρούς και στον Ερμή τον Χθόνιο και Ψυχοπομπό (Ερμού ημέρα).

Την ονομασία της την οφείλει στους χύτρους, στα ειδικά πήλινα αγγεία όπου οι πιστοί έβραζαν τις προσφορές τους στους νεκρούς, που συνήθως ήταν διάφοροι καρποί με άνθη (πανσπερμία) και βρασμένα όσπρια.
Κατά τη γιορτή των Ανθεστηρίων τελούνταν μυστήρια (άρρητα-ιερά) —που τα επέβλεπε ο άρχοντας-βασιλιάς— κατά τη διάρκεια της νύκτας στον αρχαίο ναό του Λιμναίου Διονύσου στις Λίμνες (Ν.Δ. της Ακρόπολης), ο οποίος άνοιγε μόνο μια φορά τον χρόνο, στις 12 Ανθεστηριώνα.
Η τελετή των Ανθεστηρίων έληγε με τη φράση: «Θύραζε κήρες ουκέτ’ Ανθεστήρια» που σημαίνει: «Φύγετε ψυχές των νεκρών, τελείωσαν τα Ανθεστήρια».
Προς το τέλος του Ανθεστηριώνα, πιθανώς την 23η του μηνός, ετελείτο πανάρχαια θρησκευτική γιορτή με το όνομα Διάσια, προς τιμήν του Μειλίχιου Δία, στον ναό του Ολυμπίου Διός (Ολυμπιείον) κοντά στην πηγή της Καλλιρόης ή εννεάκρουνο στον Ιλισσό (Θουκυδ. Α’, 128).

Επίσης την τρίτη ημέρα των Ανθεστηρίων τελούνταν στην Αθήνα τα Υδροφόρια, γιορτή σε ανάμνηση αυτών που πνίγηκαν στον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Κατά τη διάρκεια της γιορτής, που ήταν μέρος του διονυσιακού κύκλου, ρίπτονταν ψωμιά από στάρι και μέλι σε κάποιο χάσμα που υπήρχε στο Ολυμπιείον, από το οποίο πίστευαν ότι η γη απορρόφησε τα νερά του Κατακλυσμού. Με τα Υδροφόρια τέλειωνε η γιορτή των Ανθεστηρίων.
Μια παρόμοια γιορτή με τα Ανθεστήρια ήταν τα Ανθεσφόρια προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης, που γιορτάζονταν στην αρχή της άνοιξης. Τα κορίτσια την ημέρα της γιορτής μάζευαν από τους αγρούς λουλούδια και έπλεκαν στεφάνια, όπως η Περσεφόνη την ώρα που την άρπαξε ο Πλούτωνας. Η γιορτή αυτή πανηγυριζόταν με μεγαλοπρέπεια στη Σικελία και στη Μεσσηνία. Πάντως, και οι δύο γιορτές φαίνεται ότι είχαν κοινή προέλευση.

Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, δεν πρέπει να ταυτίζονται τα Ελευσίνια και τα Ελευσίνια Μυστήρια. Υπήρχε λοιπόν σαφής διάκριση μεταξύ των Ελευσινίων και των Μυστηρίων. Κατά τη διάρκεια του Ανθεστηριώνα, την εποχή της άνοιξης, τελούνταν τα Ελευσίνια ή «τα εν Άστει», που λέγονταν και Ελευσίνια τα Μικρά, ενώ τα «Μυστήρια τα εν Ελευσίνι», τα ονομαζόμενα Μεγάλα Ελευσίνια, τελούνταν τον μήνα Βοηδρομιώνα.
Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, και οι δύο γιορτές τελούνταν στην Ελευσίνα, αλλά τα μεν Μυστήρια ήταν η καθαρά θρησκευτική τελετή στην οποία έπαιρναν μέρος μόνον οι μύστες, ενώ τα δε Ελευσίνια ήταν αγώνες προς τιμήν της Δήμητρας· ονομάστηκαν έτσι επειδή τελούνταν στην Ελευσίνα.

9. Ελαφηβολιών
Ο ΕΝΑΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και ο δεύτερος μήνας της άνοιξης, που αντιστοιχούσε στους σημερινούς γρηγοριανούς μήνες Μάρτιο-Απρίλιο.
Ονομάστηκε έτσι «από των ελάφων, αίτινες τω μηνί τούτω εθύοντο τη ελαφηβόλω Αρτέμιδι» (Bekket, An-Gr. I, 249).
Οφείλει, δηλαδή, την ονομασία του στα Ελαφηβόλια, γιορτή κατά την οποία θυσιάζονταν ελάφια προς τιμήν της ελαφηβόλου θεάς του κυνηγιού Αρτέμιδος, η οποία αγαπούσε ιδιαιτέρως την έλαφον και ετέρπετο με κατ’ εξοχήν «κάπροισι και ωκείης ελάφοισιν» (Ομ. Οδυσ. Ζ 104) δηλαδή, η οποία ευχαριστείτο να κυνηγά αγριογούρουνα και γοργοπόδαρα ελάφια.
Από την 8η ή την 9η μέχρι την 13η του Ελαφηβολιώνα, ετελούντο στην Αθήνα τα Μεγάλα Διονύσια ή κατ’ Άστει Διονύσια, με τις επιμέρους γιορτές τους κάθε τρίτο έτος. Στα Μεγάλα Διονύσια προΐστατο ο Επώνυμος άρχοντας. Μέρος της γιορτής των Μεγάλων Διονυσίων ήταν τα Πάνδια, αρχαία γιορτή των Αθηναίων προς τιμήν του Διός. Η ίδρυσή της αποδίδεται είτε στον Πανδίωνα, μυθικό βασιλιά των Αθηνών, ή στη νύμφη Πανδία, θυγατέρα του Δία και της Σελήνης.

Οι αρχαίοι Έλληνες, ιδίως στην Κρήτη και τη Μικρά Ασία, κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα γιόρταζαν τα Ιλάρια, που ταυτίστηκαν με τη γιορτή της εαρινής ισημερίας μεταξύ 23ης και 25ης του σημερινού μήνα Μαρτίου. Οι εορτάζοντες πανηγύριζαν φορώντας στεφάνια και κωμικά προσωπεία.
Στην Αθήνα, κατά την εαρινή ισημερία, ετελούντο τα Αδώνια, προς τιμήν του Άδωνι και της Αφροδίτης. Τα Αδώνια ή Αδώνεια διαρκούσαν δύο ημέρες. Από αυτές, η πρώτη εκαλείτο αφανισμός, κατά τη διάρκειά της οποίας, γυναίκες με δάκρυα στα μάτια θρηνούσαν τον θάνατο του Άδωνι. Η δεύτερη ημέρα λεγόταν εύρεσις και κατ’ αυτήν γιορταζόταν η ανάσταση του Άδωνι (Λουκ. Περί Συρίας Θεάς). Ο ελληνικός μύθος του θνητού Άδωνι και της θεάς Αφροδίτης αντιστοιχεί προς τον σουμεριακό μύθο του Ντουμμουζί (Γιος της ζωής) και της θεάς Ιναννά ή προς τον βαβυλωνιακό μύθο του Ταμμούζ και της θεάς Ιστάρ, που ήδη έχουμε αναφέρει. Για τους πιστούς, ο Άδωνις ήταν η προσωποποίηση της βλάστησης ο δε θάνατός του υποδήλωνε την εξαφάνιση της φυτικής ζωής κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ενώ, η ανάστασή του συμβόλιζε την αναγέννηση της φύσης κατά την εποχή της άνοιξης.

Πάντως, τα Αδώνια ήταν γιορτές που ετελούντο σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας σε διαφορετικές, όμως, ημερομηνίες. Έτσι, διάφορες ελληνικές πόλεις πανηγύριζαν τα Αδώνια κατά την εαρινή ισημερία, ενώ άλλες κατά τη χειμερινή ή τη θερινή τροπή, πάντα όμως προς τιμήν της Αφροδίτης και του Άδωνι. (Αριστ. Ειρ. 6, 420. Μουσαίου, Ηρώ και Λέανδρος, στ. 43). Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, τα Αδώνια ετελούντο στην Αθήνα κατά τη θερινή τροπή και όχι κατά την εαρινή ισημερία, συμβολίζοντας πάντα την αναγεννώμενη φύση.

Ο Ελαφηβολιών, εκτός από την Αττική, αναφέρεται και στα μηνολόγια άλλων ελληνικών πόλεων, όπως της Απολλωνίας στη Χαλκιδική.
Κατά τη διάρκεια του Ελαφηβολιώνα γίνονταν στην Αθήνα τα Γαλάξια, μια σπουδαία γιορτή προς τιμήν της Κυβέλης, της Μητέρας των Θεών. Κατ’ αυτήν προσφερόταν στη θεά από τους νέους μία χρυσή φιάλη με τη «γαλαξία», χυλό από κριθάλευρο και γάλα, από το οποίο προήλθε και η ονομασία της. Λόγω όμως και της γιορτής των Γαλαξίων στη Δήλο, ο αντίστοιχος μήνας του αττικού Ελαφηβολιώνα ονομάστηκε Γαλαξιών.

10. Μουνυχιών ή Μουνιχιών
Ο ΔΕΚΑΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου, που αντιστοιχούσε στους σημερινούς μήνες Απρίλιο-Μάιο του Γρηγοριανού ημερολογίου. Η ονομασία του προέρχεται από τη γιορτή των Μουνιχίων, που ετελούντο την 16η ημέρα του, προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος της Μουνιχίας (Ξενοφώντος Ελληνικά, 2,4, 11).
Η γιορτή των Μουνιχίων ετελείτο με μεγαλοπρέπεια στο ιερό της θεάς, πάνω στον λόφο της Μουνιχίας στον Πειραιά. Πιθανότατα εκεί που βρίσκεται σήμερα είτε η εκκλησία του προφήτη Ηλία ή ο Ναυτικός Όμιλος.
Τα Μουνίχια καθιερώθηκαν λόγω της θρησκευτικής πίστης των Αθηναίων ότι η θεά Αρτέμις, θεά της Σελήνης, τους φώτιζε με τη μορφή της πανσελήνου, στη νικηφόρα ναυμαχία της Σαλαμίνας εναντίον των Περσών.

Οι πιστοί προσέφεραν στη θεά τυρόπλαστους πλακούντες, που ονομάζονταν «αμφιφώντες», γιατί τοποθετούνταν μεταξύ δύο κεριών που αλληγορικά έδειχναν
την ανατολή και τη δύση της Σελήνης.
Την 6η του μηνός Μουνιχιώνα ετελείτο στην Αθήνα η γιορτή του Δελφινίου Απόλλωνα, του προστάτη της ναυσιπλοΐας. Κατά τη διάρκεια της γιορτής, παρθένες, οι Ικέτιδες, κρατώντας τις ικετηρίες, δηλαδή κλαδιά ελιάς στολισμένα με μαλλιά, πήγαιναν με πομπή στο Δελφίνιο, τον ναό του θεού στον Ιλισσό (Πλουτ. Θησ. ΙΗ’). Εκεί τις κατέθεταν στον βωμό, σε ένδειξη των ικεσιών τους, γι’ αυτό και έλεγαν τη φράση «ικετηρίαν τιθένα» (Ηρδ. Ε’, 51 -Δημσθ).

Η γιορτή ανάγεται στον Θησέα, ο οποίος πήρε μαζί του τους νέους και τις νέες που είχαν κληρωθεί για τον φόρο αίματος της Αθήνας στον Μινώταυρο, και πήγε, την 6η Μουνιχιώνα, στο Δελφίνιο, αφιερώνοντας γι’ αυτόν και τους συντρόφους του, ικετηρίαν —κλαδί από την ιερή ελιά στολισμένο με λευκό μαλλί. Αφού έγινε η δέηση, κατέβηκαν όλοι μαζί στην ακτή και απέπλευσαν για την Κρήτη, απ’ όπου, ως γνωστόν, επέστρεψαν σώοι.
Στη γιορτή των Δελφίνιων, οι Αθηναίοι —εκτός από τον Απόλλωνα— τιμούσαν και την αδελφή του, τη Δελφίνια Άρτεμη. Την 6η του μηνός Μουνιχιώνα εγκαινιαζόταν η αρχή των θαλασσίων ταξιδιών μετά τη χειμερινή διακοπή τους.

Στην κοντινή Αίγινα ετελείτο η ίδια γιορτή τον μήνα Δελφίνιο, αντίστοιχο του αττικού μήνα Μουνιχιώνα.
Εκεί η γιορτή πανηγυριζόταν με αγώνες οι οποίοι ονομάζονταν Υδροφόρια, σε ανάμνηση της προσέγγισης των Αργοναυτών στην Αίγινα, κατά την επιστροφή τους από την Αία της Κολχίδας, όπου προμηθεύτηκαν πόσιμο νερό για να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Ιωλκό.
Την 19η Μουνιχιώνα τελούνταν στην Αθήνα τα Ολύμπια προς τιμήν του Ολυμπίου Διός. Ιδρύθηκαν από τον Πεισίστρατο, όταν θεμελίωσε τον ναό του Ολυμπίου Διός (Ολυμπιείον) στις όχθες του Ιλισού το 530 π.Χ. Τα αθηναϊκά Ολύμπια τελούνταν στον περίβολο του ναού και με την πάροδο του χρόνου παράκμασαν. Ανανεώθηκαν από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό, επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης και τελειοποίησης του Ολυμπιείου το 129 μ.Χ.
Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (30’7 π.Χ.), ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, προστάτης της πόλης των Αθηνών και των πατροπαράδοτων δημοκρατικών της πολιτικών θεσμών, ελευθέρωσε την Αθήνα από τον Κάσσανδρο και έγινε δεκτός στην πόλη με θεϊκές τιμές. Οι Αθηναίοι, για να κολακεύσουν τη ματαιοδοξία του, ονόμασαν αυτόν και τον πατέρα του, τον Αντίγονο, «Σωτήρες» και τους αφιέρωσαν βωμούς.
Επίσης μετονόμασαν τον μήνα Μουνιχιώνα σε Δημητριώνα (Πλουτ. Δημ. 12) και τη γιορτή των Διονυσίων σε Δημήτρια. Τέλος, αποφάσισαν τη δημιουργία δύο νέων αττικών φυλών, που θα ονομάζονταν Αντιγονίδα και Δημητριάδα.

11. Θαργηλιών
Ο ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και η αρχή του καλοκαιριού, αφού αντιστοιχούσε στους σημερινούς μήνες Μάιο-Ιούνιο.
Ο Θαργηλιών οφείλει την ονομασία του στο ρήμα θέρειν και στη λέξη Ήλιος, δηλαδή θερμαίνει, καίει ο Ήλιος, και η αντίστοιχη γιορτή τα Θαργήλια ή Θεργήλια ήταν αφιερωμένη στον θεό Απόλλωνα ως τον θεό της ηλιακής θερμότητας, με τη δύναμη της οποίας ωριμάζουν οι καρποί: «Θαργήλια εισί πάντες οι από γης καρποί». Τα Θαργήλια ήταν γιορτή που ετελείτο την 7η ημέρα του μήνα, η οποία εθεωρείτο ως γενέθλια ημέρα του Δήλιου Απόλλωνα.
Την παραμονή της γιορτής, που εθεωρείτο η γενέθλια ημέρα της Αρτέμιδος, ετελείτο εξιλαστήρια ή καθαρτήρια θυσία, για τον εξαγνισμό της πόλης των Αθηνών: «Θαργηλιώνος έκτη καθαίρουσι την πόλιν οι Αθηναίοι» (Διογένης Λαέρτιος 11,44).

Η θυσία του καθαρμού ήταν κατάλοιπο πανάρχαιας τελετής, κατά την οποία δύο άντρες θυσιάζονταν —ο ένας για τους άντρες της πόλης και ο άλλος για τις γυναίκες. Οι δύο αυτοί άντρες λέγονταν «φαρμακοί», ίσως γιατί χρησίμευαν ως μέσα ίασης και καθαρμού όλων των άλλων. Κατά τον Σουίδα, τρέφονταν δημοσία δαπάνη, οπότε πιθανώς να ήταν κατάδικοι που η εκτέλεσή τους προριζόταν να γίνει στα Θαργήλια. Κατά τους κλασικούς χρόνους το τελετουργικό της γιορτής παρέμεινε ίδιο, μόνο που στη θυσία γινόταν εικονική εκτέλεση δύο αντρών. Στη συνέχεια άρχιζαν οι κυρίως γιορτές, που έκλειναν την επομένη με μουσικούς αγώνες.

Στη διάρκεια του Θαργηλιώνα, ετελούντο επίσης:
α) Τα Βενδίδεια, την 19η και την 20η του μηνός προς τιμήν της θρακικής σεληνιακής θεάς Βενδίδος, η οποία ταυτιζόταν με την Αρτέμιδα, την Εκάτη και την Περσεφόνη. Τα Βενδίδεια γιορτάζονταν με δημόσιες θυσίες και τελετές. Το ιερό της, το Βενδίδιον, βρισκόταν κι αυτό στον λόφο της Μουνιχίας στον Πειραιά.
β) τα Πλυντήρια, την 25η του μηνός για τον καθαρισμό των πέπλων του αρχαϊκού ξοάνου της Πολιάδος Αθηνάς στη θαλάσσια περιοχή του Φαλήρου, ενώ στην πόλη σταματούσε κάθε εργασία. Επίσης, ιερείς από το γένος των Πραξιεργιδών έπλεναν το ξόανο της θεάς ακολουθώντας ειδική ιερή τελετουργία.
γ) Η γιορτή των Καλλυντηρίων την 19η του μηνός για τον καλλωπισμό του ναού της πολιούχου θεάς Αθηνάς και του Ερεχθείου, και τέλος
δ) Ανά τριετία τα Μικρά Παναθήναια.
Διάφοροι ερευνητές (Mommsen κ.ά.) συνδυάζουν την ηλιακή ανατολή του σμήνους των Πλειάδων στον ουρανό με την τέλεση των προϊστορικών γιορτών των Πλυντηρίων. Τότε γίνονταν, εκτός από τις γιορτές προς τιμήν της θεάς Αθηνάς, οι πλύσεις των ενδυμάτων, οι ετήσιες εκλογές των Αχαιών, ενώ άρχιζε και η συγκομιδή των δημητριακών.
Ο μήνας Θαργηλιών αναφέρεται και στα μηνολόγια της Δήλου, Αμοργού, Πάρου, Τήνου, Εφέσου, Περγάμου και Μιλήτου.

12. Σκιροφοριών
ο ΔΩΔΕΚΑΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και ο κυρίως μήνας του καλοκαιριού, αφού αντιστοιχούσε στους σημερινούς μήνες Ιούνιο-Ιούλιο.
Την ονομασία του την οφείλει στη γιορτή των Σκιροφορίων, που γιορτάζονταν την 12η ημέρα του, προς τιμήν της θεάς Αθηνάς (Αρστφ. Εκκλ. 18,59).
Στη γιορτή αυτή μεταφερόταν με πομπή, από τον Παρθενώνα μέχρι το προάστειον Σκίρον στην Ιερά Οδό, το μεγάλο λευκό σκιάδιο (σκίρον) της θεάς Αθηνάς, το οποίο κρατούσαν οι ιερείς, συνοδοί της πομπής, από το γένος των Ετεοβουταδών.

Το πλατύγυρο λευκό σκιάδιο ήταν εφεύρεση της Αθηνάς και συμβόλιζε την προστασία της στην πόλη των Αθηνών και στους αττικούς αγρούς από τον καύσωνα των θερινών μηνών. Στην ίδια πομπή μεταφερόταν και το Διός κώδιον, δηλαδή το δέρμα κριαριού (προβιά), που είχε θυσιαστεί στον Μειλίχιο Δία. Έτσι, οι Αθηναίοι ζητούσαν να εξασφαλισθεί η συνδρομή του θεού για την πόλη των Αθηνών και η προστασία του, για την αγροτική παραγωγή τους, από τον υπερβολικό καλοκαιρινό καύσωνα.
Κατά τον μήνα Σκιροφοριώνα ετελούντο στην Αθήνα τα Αρρηφόρια, προς τιμήν της Αθηνάς. Στον βράχο της Ακρόπολης, δυτικά του Ερεχθείου, υπήρχε το λεγόμενο οίκημα των αρρηφόρων. Αυτές ήταν δύο μικρά κορίτσια από 7 ως 11 χρονών, που μετέφεραν «άρρητα», δηλαδή κρυφά και μυστικά ιερά αντικείμενα. Οι τελετές έπρεπε να γίνουν με απόλυτη μυστικότητα, αλλιώς οι ιερουργίες έχαναν τη δύναμή τους. Όλος αυτός ο μυστικισμός μάς δείχνει ότι τα Αρρηφόρια ήταν γιορτή αγροτικών λατρευτικών πράξεων, με σκοπό να επηρεάσουν και να ενισχύσουν την ευφορία της γης, για μια πλουσιότερη συγκομιδή. Στον Πειραιά —πιθανώς την 14η Σκιροφοριώνα— τελούνταν τα Διισωτήρια προς τιμήν του Διός Σωτήρος και της Αθηνάς Σωτείρας, για τα οποία δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες, γιατί συνέπιπταν με τα Διιπόλεια και συγκεκριμένα με τα Βουφόνια. Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, του Σκιροφοριώνα και ειδικά την τελευταία πανσέληνο του έτους, ίσως την 14η του μηνός, ετελείτο η θρησκευτική γιορτή των Βουφονίων προς τιμήν του Πολιέα Δία, του Διός πολιούχου των Αθηνών.

Τα Βουφόνια ήταν μέρος της αρχαιοτάτης γιορτής των Διπολίειων ή Διιπόλειων, που ετελείτο την 24η Σκιροφοριώνα προς τιμήν του πολιούχου Διός (Παυσ. Α’, 24), ενώ τα Βουφόνια μάλλον καθιερώθηκαν την εποχή του βασιλιά Ερεχθέα.
Τον μήνα αυτόν, το αλώνισμα είχε τελειώσει και τα δημητριακά της νέας σοδειάς είχαν συγκεντρωθεί στην Ακρόπολη. Οι Αθηναίοι έβαζαν, λοιπόν, πάνω στον βωμό του Δία στάρι και κριθάρι ανακατεμένα. Άφηναν επίσης βόδια να βόσκουν ελεύθερα γύρω από την Ακρόπολη. Όταν κάποιο από τα βόδια αυτά πλησίαζε τον βωμό και έτρωγε τα σπέρματα, ένας ιερέας, ο Βουτύπος, το χτυπούσε δυνατά με τσεκούρι, ενώ ένα άλλος, ο Βουφόνος —από όπου προέρχεται η ονομασία των Βουφονίων— του έκοβε τον λαιμό με μαχαίρι.

Στη συνέχεια, πετούσαν τα φονικά όργανα και εξαφανίζονταν, γιατί εθεωρείτο αμαρτία η σφαγή των ζώων. Οι άλλοι εορτάζοντες μαγείρευαν το ζώο και το έτρωγαν όλοι μαζί με χορούς και τραγούδια.
Στο Πρυτανείο, ο βασιλιάς έκανε μια παρωδία δίκης για να βρει τον ένοχο της σφαγής, που τελικά ήταν το τσεκούρι και το μαχαίρι, τα οποία πανηγυρικά τα τιμωρούσαν ρίχνοντάς τα στη θάλασσα.

Η σημασία του μύθου παραμένει άγνωστη. Ίσως τα Βουφόνια είχαν αναμνηστικό και εξιλαστήριο χαρακτήρα, αφού οι πιστοί γέμιζαν το κουφάρι του βοδιού με σανό, το έζευαν στο άροτρο και το έβαζαν, τάχα, να οργώσει. Πιθανώς να ήταν μια μίμηση της ανάστασης της ζωής, που θα ερχόταν με τον καινούργιο χρόνο.