Function Disabled

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Η Αληθινή Αιτία για τον Αντι-Σιμητισμό / A Real Case Against the Jews

Η Αληθινή Αιτία για τον Αντι-Σιμητισμό, από τον Ραβίνο Marcus Eli Ravage 
(Scroll down for English)

Φυσικά και μας απεχθάνεστε. Δεν υπάρχει λόγος να το αμφισβητείτε αυτό. Γι’ αυτό ας μη χάνουμε τον καιρό μας με αμφισβητήσεις και δικαιολογίες. Ξέρετε πολύ καλά ότι έτσι είναι και εγώ το γνωρίζω αυτό και εμείς καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Σίγουρα, κάποιοι από τους καλύτερους φίλους σας είναι Εβραίοι και όλα τα σχετικά. Το έχω ξανακούσει αυτό πάνω από μια φορά και γνωρίζω επίσης, ότι δεν εννοείτε εμένα προσωπικά -“εμένα” εννοώντας οποιονδήποτε Εβραίο σαν ατομική προσωπικότητα- όταν εκτοξεύετε αυτά εναντίον μας με τον υγιεινό σας τρόπο, γιατί εγώ είμαι, τέλος πάντων, τόσο διαφορετικός, σαν να μην το ξέρατε, σχεδόν εξίσου καλός σαν εσάς.

Η μικρή αυτή εξαίρεση δεν με γεμίζει, ωστόσο, με ευγνωμοσύνη - αλλά ας τα αφήσουμε αυτά για τώρα. Είναι το επιθετικό, ανερχόμενο, καταπιεστικό, υλιστικό είδος που απεχθάνεστε - αυτούς, που με μια λέξη, σας υπενθυμίζουν τόσο πολύ τη δική σας ανερχόμενη γενιά. Κατανοούμε απόλυτα ο ένας τον άλλον. Δεν σας κατηγορώ.

Μα το Θεό, δεν κατηγορώ κανένα που δεν του αρέσει κάποιος. Αυτό όμως που μου προκαλεί το ενδιαφέρον σε όλη αυτήν την αντι-Εβραϊκή υπόθεση, όπως εσείς το παρουσιάζετε, είναι η πλήρης έλλειψη θάρρους. Αυτός ο πλάγιος και σχετικός τρόπος τον οποίο χρησιμοποιείτε, μεταχειριζόμενοι τέτοιες διάτρητες δικαιολογίες που φαίνεστε να πάσχετε από προβλήματα ευσυνειδησίας τόσο έντονα, που αν η όλη παράσταση δεν ήταν τόσο τραγελαφική, θα ήταν εκνευριστική.

Δεν είναι ότι είστε ερασιτέχνες: ασχολείστε με αυτό πάνω από δεκαπέντε αιώνες. Όμως παρακολουθώντας και ακούγοντας τα παιδικά σας προσχήματα, σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι εσείς οι ίδιοι δεν γνωρίζετε για πιο πράγμα πρόκειται. Μας σιχαίνεστε, αλλά δεν μπορείτε ξεκάθαρα να πείτε το γιατί. Σκέφτεστε μια νέα δικαιολογία -αιτία την ονομάζετε- κάθε μέρα. Έχετε συσσωρεύσει δικαιολογίες για τον εαυτό σας αυτά τα εκατοντάδες χρόνια και κάθε νέο σας εύρημα είναι περισσότερο γελοίο από το προηγούμενο και κάθε καινούρια δικαιολογία αντιφάσκει και εξουδετερώνει την προηγούμενη.

Πριν από λίγα σχετικά χρόνια, συνήθιζα να ακούω ότι ήμαστε σκαφτιάδες χρημάτων και εμπορικοί υλιστές. Τώρα διαδίδετε το παράπονο ότι κανένα έργο τέχνης και κανένα επάγγελμα δεν είναι ασφαλές ενάντια στην Εβραϊκή εισβολή. Εμείς είμαστε, αν σας πιστέψει κανείς, συγχρόνως και προσηλωμένοι στη φυλή μας και αφιερωμένοι σε αυτήν και μη αφομοιώσιμοι επειδή δεν συνάπτουμε γάμους με σας και ταυτόχρονα είμαστε αναρριχητές και καταπιεστές και μια απειλή στην φυλετική σας ακεραιότητα.
Το επίπεδο διαβίωσής μας είναι τόσο χαμηλό που εμείς δημιουργούμε τις δικές σας εξαθλιωμένες συνοικίες και τις απάνθρωπες βιομηχανίες σας και ταυτόχρονα τόσο υψηλό που σας διώχνουμε από τις ακριβότερες περιοχές σας. Αποφεύγουμε το πατριωτικό μας καθήκον σε καιρό πολέμου γιατί είμαστε ειρηνόφιλοι από τη φύση μας και από παράδοση, αλλά ταυτόχρονα είμαστε οι αρχι-συνωμότες των συμπαντικών πολέμων και οι κύριοι χρηματοδότες των πολέμων αυτών – ανατρέξατε στο τελευταίο Dearborn Independent καθώς και στα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών. Είμαστε συγχρόνως οι ιδρυτές και ηγέτες του καπιταλισμού αλλά και οι κύριοι υποκινητές των επαναστάσεων εναντίον του καπιταλισμού. Ε! και?

Δίχως αμφιβολία, η ιστορία δεν έχει να επιδείξει άλλο παράδειγμα σαν εμάς, για την προσαρμοστικότητα!

Και ναι! Παρ’ ολίγο να ξεχάσω την αιτία όλων των αιτιών. Εμείς είμαστε οι ξεροκέφαλοι άνθρωποι που ποτέ δεν δέχθηκαν τον χριστιανισμό και εμείς είμαστε οι εγκληματίες που σταύρωσαν τον ιδρυτή του. Όμως μπορώ να σας πω ότι αυτόαπατάστε. Σας λείπει είτε η αυτογνωσία είτε το θάρρος να αντιμετωπίσετε με αντικειμενικότητα τα γεγονότα και να σταθείτε μπρος στην αλήθεια. Απεχθάνεστε τον Εβραίο όχι επειδή, όπως ίσως κάποιοι από σας να νομίζουν, αυτός σταύρωσε τον Ιησού αλλά γιατί αυτός τον γέννησε. Η πραγματική αντιμαχία σας με μας δεν είναι γιατί εμείς απορρίψαμε τον Χριστιανισμό, αλλά γιατί σας τον επιβάλλαμε!

Οι χλιαρές, αντικρουόμενες κατηγορίες σας εναντίον μας δεν είναι ένα μπάλωμα στην μαυρίλα της αποδεδειγμένης ιστορικής μας επιθετικότητας. Μας κατηγορείτε για την ανακίνηση της επανάστασης στη Μόσχα. Αποδεχόμαστε την κατηγορία. Και λοιπόν; Συγκρινόμενο με το τι κατάφερε ο Παύλος, ο Εβραίος της Ταρσού, στη Ρώμη, ο ρωσικός ξεσηκωμός δεν αποτελεί παρά ένα καβγά του δρόμου. Δημιουργείτε πολύ θόρυβο και εκφράζετε μεγάλη οργή για την ανάρμοστη Εβραϊκή επιρροή στα θέατρα και στους κινηματογράφους σας. Πολύ καλά. Δεκτό, το παράπονό σας, είναι βάσιμο. Αλλά τι είναι αυτό συγκρινόμενο με την συγκλονιστική μας επιρροή στις εκκλησίες σας, στα σχολεία σας, στους νόμους σας και στις κυβερνήσεις σας και ακόμα και στις ίδιες τις σκέψεις σας που κάνετε κάθε μέρα;

Ένας Ρώσος αποκαλύπτη ορισμένα έγγραφα και τα δημοσιεύει σε ένα βιβλίο με το όνομα “Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών” που δείχνουν ότι εμείς συνωμοτήσαμε για να επιφέρουμε τον τελευταίο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εσείς πιστεύετε αυτό το βιβλίο. Εντάξει. Εμείς υπογράφουμε την κάθε λέξη του. Είναι γνήσιο και αυθεντικό. Αλλά τι είναι αυτό πέρα από την αναμφισβήτητη ιστορική συνωμοσία που έχουμε πραγματοποιήσει, που δεν έχουμε ποτέ αρνηθεί γιατί εσείς δεν είχατε ποτέ το θάρρος να μας κατηγορήσατε γι’ αυτό, και του οποίου η πλήρης καταγραφή υπάρχει για τον οποιοδήποτε να διαβάσει;

Δεν έχετε ακόμα ξεκινήσει να εκτιμάτε το πραγματικό βάθος της ενοχής μας. Εμείς είμαστε παρείσακτοι. Εμείς είμαστε ταραξίες. Εμείς είμαστε υπονομευτές. Έχουμε πάρει τον φυσικό σας κόσμο, τα ιδανικά σας, τον προορισμό σας και έχουμε προκαλέσει τον όλεθρο. Εμείς βρισκόμαστε πίσω όχι μόνο από τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο αλλά πίσω σχεδόν από όλους σας τους πολέμους, πίσω όχι μόνο από τη Ρωσική αλλά και από κάθε μεγάλη επανάσταση της ιστορίας σας. Εμείς έχουμε επιφέρει τη διχόνοια και τη σύγχυση και την αγανάκτηση στην ιδιωτική και στην δημόσιά σας ζωή.Εξακολουθούμε να το κάνουμε. Κανείς δεν μπορεί να πει για πόσο καιρό θα εξακολουθούμε να το κάνουμε.
Ανατρέξετε λίγο πίσω και αναλογιστείτε τι έχει συμβεί. Δεκαεννέα αιώνες πριν, ήσαστε μια αθώα, ανέμελη, παγανιστική φυλή. Λατρεύατε αναρίθμητους Θεούς και Θεές, τα πνεύματα του αέρα, των τρεχούμενων νερών και του δάσους. Νιώθατε αδιάντροπη περηφάνια στη ομορφιά των γυμνών σας κορμιών. Χαράζατε μορφές των Θεών σας καθώς και του προκλητικού ανθρωπίνου σώματος. Γοητευόσαστε με τις μάχες στις πεδιάδες, στις αρένες και στα πολεμικά εδάφη. Πόλεμος και σκλαβιά αποτελούσαν καθιερωμένους θεσμούς στα κοινωνικά σας συστήματα.

Διασκεδάζοντας στις βουνοπλαγιές και στις πεδιάδες της εξοχής, ασχοληθήκατε με τη θεώρηση του θαύματος και του μυστηρίου της ζωής και θέσατε τα θεμέλια της φυσικής επιστήμης και φιλοσοφίας.Είχατε μια ευγενική, αισθησιακή κουλτούρα, ανεπηρέαστη από τις όποιες ενοχλήσεις μιας κοινωνικής συνειδήσεως ή από οποιεσδήποτε συναισθηματικές αμφισβητήσεις περί ανθρώπινης ισότητας. Ποιος ξέρει ποιο μεγάλο και δοξασμένο πεπρωμένο θα ήταν δικό σας αν σας αφήναμε ήσυχους.

Αλλά δεν σας αφήσαμε ήσυχους.
Σας πήραμε από το χέρι και γκρεμίσαμε το όμορφο και ευγενικό οικοδόμημα που είχατε εγείρει και αλλάξαμε ολόκληρη την πορεία της ιστορίας σας. Σας κατακτήσαμε όπως ποτέ καμιά δικιά σας αυτοκρατορία δεν υπέταξε την Αφρική ή την Ασία. Και το καταφέραμε αυτό δίχως στρατούς, δίχως σφαίρες, δίχως αίμα και αναταραχές, δίχως κανένα είδους εξαναγκασμού. Το καταφέραμε αποκλειστικά και μόνο με την ακαταμάχητη δύναμη του πνεύματός μας, των ιδεών μας, της προπαγάνδας μας.
Σας κάναμε τους πρόθυμους και ασυνείδητους φορείς της αποστολής μας σε ολόκληρο τον κόσμο, στις βαρβαρικές φυλές της γης, στις αναρίθμητες αγέννητες γενιές. Χωρίς να καταλάβετε πλήρως το τι σας κάναμε, γίνατε οι ενεργοί πράκτορες της φυλετικής μας παράδοσης, μεταφέροντας το ευαγγέλιο μας στις ανεξερεύνητες γωνιές του κόσμου. Τα έθιμα της φυλής μας έχουν γίνει ο πυρήνας του ηθικού σας κώδικα. Οι νόμοι της φυλής μας έχουν μορφοποιήσει τη βάση όλων των συνταγμάτων σας και των νομικών σας συστημάτων. Οι θρύλοι μας και τα λαϊκά μας παραμύθια αποτελούν την ιερή, (απόρρητη) από γενεά σε γενεά γνώση, την οποία σιγοτραγουδάτε στα νήπιά σας. Οι ποιητές μας έχουν γεμίσει τα υμνολόγιά σας και τα προσευχητάριά σας. Η εθνική μας ιστορία έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος των παστόρων σας και των ιερέων σας και των μελετητών σας.

Οι βασιλιάδες μας, οι πολιτικοί μας, οι προφήτες μας, οι πολεμιστές μας αποτελούν τους ήρωές σας. Η μικρή αρχαία μας χώρα είναι ο Ιερός σας Τόπος. Η εθνική μας λογοτεχνία είναι το Ιερό σας Βιβλίο (Βίβλος). Αυτά που σκέφτηκε και δίδαξε ο λαός μας έχουν ανεξίτηλα ενσωματωθεί τόσο στην ίδια σας την ομιλία όσο και στην παράδοσή σας, ώστε κανείς από σας δεν μπορεί να αποκαλείται μορφωμένος αν δεν γνωρίζει την εθνική μας κληρονομιά.

Εβραίοι τεχνίτες και Εβραίοι ψαράδες αποτελούν τους δασκάλους και τους αγίους σας, με αμέτρητα αγάλματα λαξευμένα με την μορφή τους και αναρίθμητες εκκλησίες αναγερμένες στην μνήμη τους.Μια Εβραία “παρθένα” ενσαρκώνει το ιδανικό σας για την γυναίκα. Ένας εβραίος επαναστάτης-προφήτης είναι η κεντρική μορφή της θρησκευτικής σας λατρείας. Έχουμε γκρεμίσει τα είδωλά σας, έχουμε παραμερίσει την εθνική σας κληρονομιά, και τα έχουμε αντικαταστήσει με το δικό μας Θεό και τις δικές μας παραδόσεις. Καμία κατάκτηση στην ιστορία μπορεί έστω αμυδρά να συγκριθεί με αυτήν την απόλυτη κατάκτησή μας πάνω σε σας.

Πώς το καταφέραμε; Σχεδόν κατά λάθος.
Περίπου δύο χιλιάδες χρόνια πριν, στην μακρινή Παλαιστίνη, η θρησκεία μας είχε παραπέσει στην παρακμή και στον υλισμό. Έμποροι-χρηματιστές είχαν στην κατοχή τους τον ναό. Διεφθαρμένοι, εγωιστές ιερείς επέβαλλαν πρόστιμα στον λαό μας και πάχαιναν. Τότε ένας νεαρός ιδεαλιστής-πατριώτης ήρθε στην επιφάνεια και περιόδευσε τη χώρα καλώντας για μια αναγέννηση της πίστεως. Δεν είχε καμία πρόθεση να ιδρύσει κάποια νέα εκκλησία.

Όπως όλοι οι προφήτες πριν από αυτόν, ο μόνος του στόχος ήταν να εξαγνίσει και να αναζωογονήσει την παλιά θρησκεία. Επιτέθηκε στους ιερείς και απομάκρυνε τους εμπόρους-χρηματιστές από τον ναό. Αυτό τον έφερε σε σύγκρουση με την καθιερωμένη τάξη και τα στηρίγματά της. Οι Ρωμαϊκές αρχές, που είχαν υπό την κατοχή τους τη χώρα, φοβούμενοι την επιθετική του επαναστατικότητα και εκλαμβάνοντάς την ως μια πολιτική προσπάθεια απομακρύνσεώς τους, τον συνέλαβαν, τον πέρασαν από δίκη και τον καταδίκασαν σε θάνατο δια της σταυρώσεως, έναν συνηθισμένο τρόπο εκτέλεσης της εποχής εκείνης.
Οι ακόλουθοι του Ιησού της Ναζαρέτ, κυρίως σκλάβοι και φτωχές γυναίκες, μέσα στο πένθος και την απογοήτευσή τους, στράφηκαν μακριά από τον κόσμο και μετασχηματίστηκαν σε μια αδελφότητα αποτελούμενη από ειρηνιστές μη-αντιδρώντες, μοιράζοντας την μνήμη του εσταυρωμένου ηγέτη τους και διαβιώνοντας μαζί κατά τρόπο κομμουνιστικό. Δεν ήταν παρά μια νέα αίρεση στην Ιουδαία, δίχως δύναμη και σημασία, ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία.

Μόνο μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους, η νέα αυτή πίστη απέκτησε σημασία. Τότε, ένας πατριώτης Εβραίος ονομαζόμενος Παύλος ή Σαούλ συνέλαβε την ιδέα να ταπεινώσει την Ρωμαϊκή ισχύ καταστρέφοντας το ηθικό των στρατιωτών της με δόγματα αγάπης και μη-αντίστασης, κηρυγμένα από την μικρή αίρεση των Εβραίων Χριστιανών.

Έγινε ο Απόστολος των Εθνικών, αυτός που μέχρι τότε ήταν από τους πλέον δραστήριους διώκτες αυτής της ομάδας. Και τόσο καλά εκτέλεσε ο Παύλος την αποστολή του ώστε μέσα σε τέσσερις αιώνες η μεγάλη αυτοκρατορία που είχε κυριέψει την Παλαιστίνη μαζί με τον μισό κόσμο, μετατράπηκε σε σωρό από ερείπια.

Και ο νόμος που βγήκε από τη Σιών έγινε η επίσημη θρησκεία της Ρώμης.

Αυτή ήταν η αρχή της κυριαρχίας μας στον κόσμο σας.
Μα ήταν μόνο μια αρχή. Από αυτό το σημείο και μετά, η ιστορία σας δεν παρά μια διαμάχη για κυριαρχία μεταξύ της παλαιάς παγανιστική σας ψυχή και της δικής μας Εβραϊκής ψυχής. Οι μισοί σας πόλεμοι, μεγάλοι και μικροί, είναι θρησκευτικοί πόλεμοι, που έχουν πραγματοποιηθεί βασιζόμενοι στην ερμηνεία ενός ή άλλου εδαφίου της διδασκαλίας μας. Δεν προλάβατε καλά καλά να απελευθερωθείτε από την πρωτόγονη θρησκευτική σας απλοϊκότητα και να επιχειρήσετε την εξάσκηση της παγανιστικής Ρωμαϊκής διδασκαλίας όταν ο Λούθηρος, οπλισμένος με τα δικά μας ευαγγέλια, σηκώθηκε να σας ρίξει κάτω και να ενθρονίσει την δική μας κληρονομιά. Πάρτε τις τρεις κύριες επαναστάσεις των σύγχρονων καιρών – την Γαλλική, την Αμερικάνικη και την Ρωσική. Τι αποτελούν παρά τον θρίαμβο της Εβραϊκής ιδέας για κοινωνική, πολιτική και οικονομική δικαιοσύνη.

Και το τέλος είναι ακόμα πολύ μακριά. Εξακολουθούμε να κυριαρχούμε πάνω σας. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή οι εκκλησίες σας είναι τεμαχισμένες από τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Φανατικών και Μοντερνιστών, ή με άλλα λόγια μεταξύ αυτών που κρέμονται κατά γράμμα στις διδασκαλίες μας και στις παραδόσεις μας και αυτών που προσπαθούν με αργά βήματα να μας αποβάλλουν.

Στην Dayton, Tennessee, μια κοινωνία μεγαλωμένη με την Βίβλο, απαγορεύει την διδασκαλία της επιστήμης σας γιατί έρχεται σε αντίθεση με την δική μας Εβραϊκή εκδοχή για την προέλευση της ζωής. Και ο Mr.Bryan, ο αρχηγός του αντί-Εβραϊκού Ku Klux Klan στο Εθνικό Δημοκρατικό Συνέδριο, δίνει την υπέρτατη μάχη της ζωής του για δικό μας λογαριασμό, χωρίς να αντιληφθεί την αντίφαση. Ξανά και ξανά η Πουριτανική κληρονομιά της Ιουδαίας ξεσπά κατά κύματα στην λογοκρισία των θεαμάτων, σε Κυριακάτικους ηθικούς νόμους και σε εθνικά απαγορευμένες πράξεις. Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, εσείς σαχλαμαρίζετε με το πραγματικό γεγονός της Εβραϊκής επιρροής στις Ταινίες και την Μουσική των μεγάλων κινηματογραφικών και δισκογραφικών εταιρειών μας.! Στην οικονομία με τις Διεθνής Τράπεζες μας! Την απόλυτη κυριαρχία μας με τις εκδόσεις και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας μας! και βέβαια στην Πολιτική με τις ιδρυθείσες απο εμάς Ιδεολογίες των Καπιταλιστών, των Κουμμουνιστών και Φιλελευθέρων! ΕΝΩ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΜΑΣ ΟΠΛΟ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΠΙΒΟΛΗ από εμάς ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΜΟΝΟΘΕΪΣΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΣΑΣ! που σας καθιστούν σκάβους μας!

Είναι να απορεί κανείς γιατί μας απεχθάνεστε; Έχουμε βάλει εμπόδιο στην πρόοδό σας.
Σας έχουμε επιβάλλει ένα ξένο βιβλίο και μια ξένη πίστη που δεν μπορείτε να χωνέψετε, που βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την γηγενή σας ψυχή, που σας έχει μόνιμα σε μια κατάσταση ασθενείας και που δεν έχετε τη δύναμη ούτε να απορρίψετε ούτε όμως και πλήρως να αποδεχτείτε.

Στην ουσία, βέβαια, ποτέ δεν δεχτήκατε τα Χριστιανικά μας διδάγματα. Στην καρδιά σας παραμένετε παγανιστές. Εξακολουθείτε να αγαπάτε τον πόλεμο, τις χαραγμένες μορφές και τον ανταγωνισμό. Εξακολουθείτε να περηφανεύεστε για το γυμνό ανθρώπινο σώμα. Η εθνική σας συνείδηση, παρ’ όλη την δημοκρατία και τις κοινωνικές επαναστάσεις, παραμένει ένα αξιολύπητο ατελές αντικείμενο. Εμείς απλά έχουμε διαιρέσει την ψυχή σας, έχουμε προκαλέσει σύγχυση στις ορμές σας, έχουμε παραλύσει τις επιθυμίες σας.

Στη μέση της μάχης είστε υποχρεωμένοι να γονατίζετε κάτω σε αυτόν που σας πρόσταξε να γυρίσετε το άλλο μάγουλο, που είπε να μην Αντισταθείτε σε κανένα κακό και Ευλογημένοι είναι οι ειρηνοποιοί. Μέσα στον πόθο σας για απόκτηση, ενοχλείστε ξαφνικά από κάποια ανάμνηση από τις ημέρες του κατηχητικού περί καμία έγνοιας για την επόμενη μέρα. Στις βιομηχανικές σας μάχες, όταν θα τσακίζατε μια απεργία δίχως τύψεις, ξαφνικά θυμόσαστε ότι οι φτωχοί είναι ευλογημένοι και ότι οι άνδρες είναι αδέλφια στην Πατρότητα του Κυρίου.

Και καθώς είστε έτοιμοι να υποκύψετε στον πειρασμό, η Εβραϊκή σας εξάσκηση ακουμπά ένα αποτρεπτικό χέρι στον ώμο σας και εκσφενδονίζει το υπερχειλισμένο ποτήρι μακριά από τα χείλη σας. Εσείς οι Χριστιανοί δεν έχετε ποτέ εκχριστιανιστεί. Σε αυτό το σημείο έχουμε αποτύχει. Αλλά όμως έχουμε καταστρέψει για πάντα τη χαρά του παγανισμού για σας.

Έτσι λοιπόν γιατί να μην μας απεχθάνεστε; Αν βρισκόμαστε εμείς στη δική σας θέση κατά πάσα πιθανότητα θα απεχθανόμαστε εσάς πιο έντονα απ’ ότι εσείς εμάς. Όμως εμείς δεν θα είχαμε πρόβλημα να σας πούμε το γιατί. Δεν θα ανατρέχαμε σε υπεκφυγές και σε διάφανα προσχήματα. Με εκατομμύρια αξιοσέβαστους Εβραίους καταστηματάρχες γύρω μας δεν θα προσβάλλαμε την νοημοσύνη σας και την δική μας εντιμότητα ισχυριζόμενοι ότι ο κομμουνισμός είναι μια Εβραϊκή φιλοσοφία.

Και με εκατομμύρια σκληρά εργαζόμενους και αδέκαρους Εβραίους μικροπωλητές και εργάτες δεν θα γελοιοποιούμασταν ισχυριζόμενοι ότι ο καπιταλισμός είναι ένα Εβραϊκό μονοπώλιο. Όχι, θα πηγαίναμε κατευθείαν στο θέμα. Θα ατενίζαμε σκεπτικά αυτήν την μπερδεμένη, αναποτελεσματική αταξία που ονομάζουμε πολιτισμό, αυτό μισό-Χριστιανικό μισό-παγανιστικό συνονθύλευμα και με τις θέσεις μας αντεστραμμένες θα σας λέγαμε στα ίσα: Για αυτό τα χάλι, ευχαριστούμε εσάς, τους προφήτες σας και την Βίβλο σας.

ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ

Ο πρώτος που αντελήφθη τις Δυνατότητες του Πολέμου μέσω Προπαγάνδας
Εσείς οι Χριστιανοί ανησυχείτε και παραπονιέστε για την επιρροή των Εβραίων στον πολιτισμό σας. Είμαστε, όπως λέτε, ένας διεθνής λαός, μια συμπαγής μειονότητα ανάμεσά σας, με παραδόσεις, ενδιαφέροντα, φιλοδοξίες και στόχους ξεχωριστά από τα δικά σας. Και διακηρύσσετε ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων αποτελεί κίνδυνο για την μεθοδική σας ανάπτυξη. Μπερδεύει τις παρορμήσεις σας. Νικά τους σκοπούς σας. Προκαλεί σύγχυση στην πορεία σας. Και αδιαφορώ ποια είναι η απόμακρη καταγωγή και δεδηλωμένη πίστη της φατρίας των κυβερνώντων.

Η επιρροή, από την άλλη μεριά, είναι σίγουρα παρούσα, και είναι κατά πολύ μεγαλύτερη καιπερισσότερο ύπουλη από ότι δείχνει να αντιλαμβάνεστε. Αυτό είναι που μας μπερδεύει, μας διασκεδάζει και καμιά φορά μας εξάπτει σε αυτό το παιχνίδι σας εναντίον των Εβραίων. Ακούγεται τόσο πομπώδες. Κυκλοφορείτε ψιθυρίζοντας τρομαγμένοι για την ανάμειξη των Εβραίων σε αυτό σε εκείνο και στο άλλο. Μας προκαλεί ρίγος. Συνειδητοποιούμε την πληγή που σας προκαλέσαμε όταν σας επιβάλλαμε την ξένη μας πίστη και τις παραδόσεις μας.

Ας υποθέσουμε, λέμε τρέμοντας, ότι θα ξυπνήσετε και θα καταλάβετε ότι η θρησκεία σας, η εκπαίδευσή σας, η ηθική σας, το κοινωνικό, κυβερνητικό και νομικό σας σύστημα, είναι ουσιαστικά δικά μας δημιουργήματα! Και τότε το ξεκαθαρίζετε και μιλάτε αορίστως για Εβραίους χρηματοδότες και Εβραίους διαφημιστές κινηματογραφικών ταινιών και ο τρόμος μας διαλύεται μέσα στο γέλιο. Ποτέ, αντιλαμβανόμαστε με ανακούφιση, δεν θα μάθετε την πραγματική μαυρίλα των εγκλημάτων μας.

Δεν μπορούμε να το καταλάβουμε. Είτε δεν γνωρίζετε είτε δεν έχετε το κουράγιο να μας κατηγορήσετε για εκείνες τις πράξεις για τις οποίες κάποιο τουλάχιστον ίχνος αποδείξεως υπάρχει και που ένας ευφυής δικαστής και ένα σώμα ενόρκων θα μπορούσε να εξετάσει δίχως ανυπομονησία. Γιατί να παίζετε με μη πειστικά ψιλοπράγματα όταν μπορείτε πολύ απλά να μας κατηγορήσετε για σοβαρά και αποδείξιμα αδικήματα; Γιατί να μας πετάτε μια ολοφάνερη και αδέξια πλαστογραφία όπως αυτή των “Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών” όταν μπορείτε κάλλιστα να μας αντιμετωπίσετε με την Αποκάλυψη του Ιωάννου; Γιατί να συζητάτε για Μαρξ και Τρότσκι όταν διαθέτετε τον Ιησού της Ναζαρέτ και τον Παύλο της Ταρσού για να μας αναστατώσετε;

Μας αποκαλείτε υπονομευτές, ταραξίες, καπηλευτές επαναστάσεων
Είναι η αλήθεια και εγώ μαζεύομαι από την ανακάλυψή σας

Μπορεί να αποκαλυφθεί μόνο με την ελάχιστη προσπάθεια και ανακάτεμα των γεγονότων ότι εμείς βρισκόμαστε πίσω από όλες τις κύριες επαναστάσεις της ιστορίας σας. Δίχως αμφιβολία είχαμε μεγάλο μερίδιο στην Λουθηριανή Επανάσταση και αποτελεί απλά γεγονός ότι ήμαστε οι κύριοι υποκινητές των δημοκρατικών επαναστάσεων της αστικής τάξης του προτελευταίου αιώνα τόσο στην Γαλλία όσο και στην Αμερική. Αν δεν ήμασταν, δεν θα γνωρίζαμε τα συμφέροντά μας.

Αλλά μήπως υψώνετε το δάκτυλό σας να μας καταδείξετε, κατηγορώντας μας για αυτά τα αποτρόπαια και καταγεγραμμένα εγκλήματα; Καθόλου!! Μας αποδίδετε παράλογα, τον τελευταίο μεγάλο Πόλεμο και την αναταραχή στην Ρωσία, που δεν έχουν απλά προκαλέσει την μεγαλύτερη ζημιά στους ίδιους τους Εβραίους αλλά και που ένας μαθητής μπορούσε να προβλέψει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα.

Αλλά ακόμα και αυτές οι σκευωρίες και επαναστάσεις δεν είναι τίποτα συγκρινόμενα με την μεγάλη συνομωσία που μηχανευτήκαμε στο ξεκίνημα αυτής της εποχής και που προοριζόταν να μετατρέψει την πίστη ενός Εβραϊκού δόγματος στην θρησκεία του Δυτικού Κόσμου. Η Μεταρρύθμιση δεν είχε σχεδιαστεί από καθαρό δόλο. Πήρε για μας εκδίκηση από έναν παλαιό εχθρό και αποκατέστησε την Βίβλο μας δίνοντάς την τιμητική θέση στην Χριστιανοσύνη.

Οι Δημοκρατικές επαναστάσεις του δεκάτου όγδοου αιώνα μας απελευθέρωσαν από τις χρόνιες πολιτικές και κοινωνικές ανικανότητες. Εμάς μας ευεργέτησαν, αλλά εσάς δεν σας προκάλεσαν καμία ζημιά. Αντιθέτως, σας έφεραν ευημερία και σας διεύρυναν. Χρωστάτε τα πρωτεία σας στον κόσμο, σε αυτές. Αλλά η αναταραχή που έφερε την Χριστιανοσύνη στην Ευρώπη ήταν – ή τουλάχιστον μπορεί πολύ εύκολα να φανεί ότι ήταν  σχεδιασμένη και εκτελεσμένη από Εβραίους σαν πράξη εκδίκησης ενάντια σε μια μεγάλη Εθνική πολιτεία.

Και όταν μιλάτε για Εβραϊκές συνομωσίες, δεν μπορώ με τίποτα να καταλάβω γιατί δεν αναφέρεστε στην καταστροφή της Ρώμης και ολόκληρου του πολιτισμού της αρχαιότητας που ήταν συγκεντρωμένος κάτω από το λάβαρό της, από τα χέρια του Εβραϊκού Χριστιανισμού.

Είναι απίστευτο, αλλά φαίνεται ότι εσείς οι Χριστιανοί δεν γνωρίζετε από πού ήρθε η θρησκεία σας, πώς και γιατί. Οι ιστορικοί σας, με μία μόνο μεγάλη εξαίρεση, δεν σας τα λένε. Τα έγγραφα σε αυτήν την υπόθεση, που είναι μέρη της Βίβλου, τα ψέλνετε αλλά δεν τα διαβάζετε. Έχουμε κάνει τη δουλειά μας τόσο τέλια. Πιστεύετε την προπαγάνδα μας τόσο ανεπιφύλακτα.

Ο ερχομός του Χριστιανισμού δεν είναι για σας ένα συνηθισμένο ιστορικό γεγονός που ξεπήδησε μέσα από άλλα γεγονότα της εποχής. Είναι η εκπλήρωση μιας θεϊκής Εβραϊκής προφητείας – με εναρμονισμένες δικές σας βελτιώσεις. Δεν επέφερε, όπως εσείς το αντιλαμβάνεστε, την καταστροφή ένας μεγάλου Εθνικού πολιτισμού και μιας μεγάλης Εθνικής αυτοκρατορίας με την οποία ο Εβραϊσμός βρισκόταν σε πόλεμο. Δεν έριξε την ανθρωπότητα σε βαρβαρότητα και σε σκοτάδι για χίλια χρόνια. Ήρθε για να φέρει τη σωτηρία σε έναν Εθνικό κόσμο!

Αλλά εδώ, υπήρξε ένα φοβερό υπονομευτικό κίνημα, που εκκολάφτηκε στην Παλαιστίνη, που εξαπλώθηκε από Εβραίους ταραχοποιούς, που χρηματοδοτήθηκε από Εβραϊκά κεφάλαια, που διδάχθηκε από Εβραϊκά φυλλάδια και γραπτά, σε μια εποχή που ο Εβραϊσμός και η Ρώμη βρίσκονταν σε μια μάχη θανάτου και που κατέληξε με το γκρέμισμα της μεγάλης Εθνικής αυτοκρατορίας. Ούτε καν το βλέπετε αυτό, παρ’ όλο που ένα ευφυές παιδί, ανεπηρέαστο από θεολογική μαγεία, θα μπορούσε να σας εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει μετά από μια βιαστική μόνο ανάγνωση της απλής καταγραφής.

Και συνεχίζετε να φλυαρείτε για Εβραϊκές συνομωσίες και παραθέτετε περιπτώσεις σαν τον Μεγάλο Πόλεμο και την Ρωσική Επανάσταση! Και ύστερα απορείτε που εμείς οι Εβραίοι πάντα αντιμετωπίζαμε τους αντισημίτες τόσο επιπόλαια, αρκεί να μην κατέφευγαν στην βία;

Και έχετε υπ’ όψη, ότι μια αυθεντία σαν τον Gibbon προσπάθησε πριν από χρόνια να σας διαφωτίσει. Έχει περάσει πάνω από ενάμισης αιώνας από τότε που «Η παρακμή και η Κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» τα ξεμπρόστιασε όλα. Ο Gibbon, ο οποίος δεν ήταν κανένας ιερέας που έπαιζε με την Ιστορία, δεν προσπάθησε να δικαιολογήσει το τέλος μιας μεγάλης εποχής επινοώντας βλακώδεις ηλιθιότητες σχετικά με την φαυλότητα και την διαφθορά της Ρώμης, σχετικά με την παρακμή των ηθικών αξιών και της πίστης σε μια αυτοκρατορία που βρισκόταν ακριβώς την εποχή εκείνη στην πιο δοξασμένη και δημιουργική της περίοδο.

Πώς θα μπορούσε; Ζούσε στην Αυγουστιανή Εποχή στο Λονδίνο που – παρ’ όλο τα δύο χιλιάδες χρόνια από τον ερχομό της Χριστιανικής σωτηρίας, αποτελούσε την καλύτερη απομίμηση της Ρώμης του Αυγούστου όσον αναφορά την εξευγενισμένη ακολασία, που μπορούσαν να παρουσιάσουν οι ομιχλώδεις νησιώτες.
Όχι. Ο Gibbon ήταν ένας φυλετικά συνειδητοποιημένος Εθνικός και ένας θαυμαστής της κουλτούρας της Παγανιστικής Δύσης, καθώς επίσης και ιστορικός με μυαλό και μάτια. Έτσι δεν είχε καμία δυσκολία υποδεικνύοντας την αρρώστια που είχε σαπίσει και εξαφανίσει το ευγενικό οικοδόμημα του αρχαίου πολιτισμού. Έθεσε την Χριστιανοσύνη – τον νόμο που εξαπλώθηκε από την Σιών και τον λόγο του Θεού από την Ιερουσαλήμ – σαν την βασική αιτία της παρακμής και κατάρρευσης της Ρώμης και των όσων αντιπροσώπευε.
Μέχρι εδώ καλά. Αλλά ο Gibbon δεν προχώρησε όσο έπρεπε. Βλέπετε, γεννήθηκε και πέθανε έναν αιώνα πριν την εφεύρεση του επιστημονικού αντί-Σημιτισμού. Δεν υπολόγισε καθόλου το στοιχείο της ΠΡΟΘΕΣΗΣ. Είδε μια ξένη πίστη να ξεπετάγεται από την Ανατολή και να κατακυριεύει τα όμορφα μέρη της Δύσης. Δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι σε αυτό το καταστρεπτικό τέλος ήταν αφιερωμένη η όλη δολοπλοκία της σωτηρίας.

Και όμως τα γεγονότα είναι τόσο ξεκάθαρα όσο θα θέλατε.
Αφήστε με, εν συντομία, να εξιστορήσω για μια ακόμα φορά την ιστορία, δίχως θαύματα, προφητείες ή μαγείες. Για να έχουμε μια καλύτερη προοπτική, θα πρέπει να πάω λίγο περισσότερο πίσω. Η δράση αποτελείται βολικά από τέσσερις πράξεις, φτάνοντας στο αποκορύφωμα στην τρίτη. Ο χρόνος, όπου σηκώνεται η πρώτη αυλαία, είναι περίπου το 65 π.Χ. Τα πρόσωπα του δράματος είναι, εκτός από τους μικρούς ρόλους, η Ιουδαία και η Ρώμη. Η Ιουδαία είναι ένα μικρό βασίλειο πέρα από τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου. Για πέντε αιώνες δεν αποτελούσε παρά γεωγραφικό όρο.

Ξανά και ξανά είχε καταπατηθεί και καταστραφεί και ο πληθυσμός του είχε εξοριστεί ή σκλαβωθεί από τους ισχυρούς γείτονες. Κατ’ όνομα μόνο ανεξάρτητο, είναι την εποχή αυτή ασταθής όσο ποτέ και βρίσκεται στο χείλος εμφυλίου πολέμου. Η αυτοκρατορία της Δύσης, με τον πυρήνα της στην Δημοκρατική Πόλη της Ρώμης, αν και ακόμα δεν αποτελεί κυρίαρχο του κόσμου, οδεύει τάχιστα προς τα ‘κει. Είναι αναγνωρισμένη ως η μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη της εποχής καθώς επίσης καιδιάδοχος της Ελλάδος και το κέντρο του Πολιτισμού.

Μέχρι το σημείο αυτό, οι δύο πολιτείες είχαν ελάχιστη ή και καθόλου επαφή, η μία με την άλλη. Τότε χωρίς καμία πρόσκληση από την ίδια, ζητήθηκε από την Ρώμη να ανακατευτεί στις Ιουδαϊκές υποθέσεις. Μια αντιδικία είχε δημιουργηθεί ανάμεσα σε δύο αδέλφια σχετικά με τη διαδοχή στον ασήμαντο θρόνο και ο Ρωμαίος στρατηγός Πομπήιος, που έτυχε να βρίσκεται στην Δαμασκό ασχολούμενος με σοβαρότερα θέματα, ζητήθηκε να διαιτητεύσει στους διεκδικητές. Με την απλοϊκή ευθύτητα ενός δημοκρατικού στρατιώτη, ο Πομπήιος εξόρισε ένα από τα αδέλφια, πέταξε την ανώτερη βαθμίδα του ιερατείου στον αντίζηλο και διέλυσε τελείως την βασιλική αξιοπρέπεια.

Ο συλλογισμός του Πομπήιου είχε σαν στόχο να γίνει η Ιουδαία Ρωμαϊκή κτήση.
Οι Εβραίοι, ίσως όχι περίεργο, αντέδρασαν. Και η Ρώμη για να τους κατευνάσει και για να συμβιβαστεί με την τοπική καχυποψία, αποκατέστησε την βασιλική εξουσία. Διόρισε, δηλαδή, έναν δικό της βασιλιά. Ήταν γιος φοροεισπράκτορα, από την φυλή των Ιδουμαίων, ονομαζόμενο Ηρώδη. Αλλά οι Εβραίοι δεν ηρέμησαν και εξακολούθησαν να δημιουργούν φασαρίες. Η Ρώμη το θεώρησε μεγάλη αχαριστία από μεριά τους.

Όλα αυτά δεν είναι παρά ένας πρόλογος και έχει εισαχθεί στην δράση για να κατανοηθεί το τι επακολουθεί. Η Εβραϊκή δυσφορία μετατράπηκε σε δυσαρέσκεια και σε ανοικτή εξέγερση όταν οι Εθνικοί ηγέτες τους άρχισαν να εισάγουν στην Ιερουσαλήμ τις ευλογίες της Δυτικής κουλτούρας. Χαραγμένες απεικονίσεις, αθλητικοί αγώνες, Ελληνικό δράμα και παραστάσεις μονομάχων δεν ήταν του γούστου των Εβραίων. Οι ευσεβείς τα θεώρησαν ως προσβολή κάτω από την μύτη του Ιεχωβά, παρ’ όλο που οι τοπικοί αξιωματούχοι εξηγούσαν υπομονετικά ότι αυτά όλα είχαν σκοπό την διασκέδαση και την διαπαιδαγώγηση της μη-Εβραϊκής φρουράς. Οι Εβραίοι αντιστάθηκαν με ιδιαίτερη σθεναρότητα στην έλευση του αποτελεσματικού Ρωμαίου φόρο-εισπράκτορα. Μα πάνω απ’ όλα, ήθελαν πίσω ένα βασιλιά της δικής τους φυλής και της δικής τους βασιλικής γενιάς.

Στα πλήθη μέσα, η επανάσταση πήρε την μορφή μιας αναγέννησης της παλιάς πίστης σε έναν Μεσσία, έναν διορισμένο από τον Θεό σωτήρα που θα απολύτρωνε τον λαό του από τον ξένο ζυγό και θα καθιστούσε την Ιουδαία υπέρτατη δύναμη ανάμεσα στα έθνη. Δεν υπήρχε ανεπάρκεια διεκδικητών αυτής της αποστολής. Στην Γαλιλαία, ένας Ιούδας οδήγησε μια μάλλον ισχυρή εξέγερση, που γνώρισε μεγάλη λαϊκή υποστήριξη. Ο Ιωάννης, ο αποκαλούμενος Βαπτιστής, δρούσε στην χώρα της Ιορδανίας. Ακολουθήθηκε από έναν άλλο άνθρωπο της βόρειας χώρας, τον Ιησού της Ναζαρέτ. Και οι τρεις ήταν δάσκαλοι της τεχνικής να ενσωματώνουν εμπρηστικές, πολιτικό – ανατρεπτικές θέσεις σε άκακες θεολογικές φράσεις. Και οι τρεις χρησιμοποίησαν το ίδιο σημάδι εξέγερσης – Έφτασε η ώρα. Και οι τρεις γρήγορα συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν και οι δύο Γαλιλαίοι με σταύρωση.

Ξέχωρα από προσωπικές αρετές, ο Ιησούς της Ναζαρέτ υπήρξε, όπως και οι προκάτοχοί του, έναςπολιτικός ταραχοποιός απασχολημένος με το να απελευθερώσει την χώρα του από τον ξένο κατακτητή. Υπάρχουν ακόμα αρκετές αποδείξεις ότι διατηρούσε και μια φιλοδοξία να γίνει βασιλιάς μιας ανεξάρτητης Ιουδαίας. Υποστήριζε, ή τέλος πάντων όπως υποστήριξαν αργότερα οι βιογράφοι του, ότι κρατούσε από την αρχαία βασιλική οικογένεια του Δαυίδ. Αλλά η πατρότητά του είναι κάπως μπερδεμένη. Οι ίδιοι συγγραφείς που εξιχνιάζουν την καταγωγή του συζύγου της μητέρας του πίσω στον ψαλμωδό-βασιλιά επίσης σκιαγράφησαν τον Ιησού ως τον γιο του Ιεχωβά και παραδέχτηκαν ότι ο Ιωσήφ δεν ήταν πατέρας του.

Φαίνεται ωστόσο ότι ο Ιησούς κατάλαβε σύντομα την ματαιότητα της πολιτικής του αποστολής και έστρεψε τα ρητορικά του ταλέντα και την μεγάλη του δημοτικότητα με τα πλήθη προς μια διαφορετική κάπως κατεύθυνση. Ξεκίνησε να κηρύττει μια πρωτόγονη μορφή λαϊκισμού, σοσιαλισμού και φιλειρηνισμού. Το αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής του προγράμματός του ήταν να κερδίσει την εχθρότητα των δυναμικά ισχυρότερων, οικονομικά, τάξεων, γενικά των ιερέων και των πατριωτών και να περιορίσει τους πιστούς του στους φτωχούς, στην εργατική τάξη και στους σκλάβους.

Μετά τον θάνατό του, αυτοί οι χαμηλής τάξεως απόστολοί του δημιούργησαν μια κομμουνιστική αδελφότητα. Ένα κήρυγμα που ο αποθανών ηγέτη τους είχε κάποτε πραγματοποιήσει σε μια λοφοπλαγιά, συγκέντρωνε για αυτούς την ουσία της διδασκαλίας του, και το μετέτρεψαν στον κανόνα της ζωής τους. Ήταν μια φιλοσοφία υπολογισμένη να συγκινήσει βαθύτατα ταπεινούς ανθρώπους. Παρηγορούσε αυτούς που βασανίζονταν εδώ στην γη με υποσχόμενες αμοιβές πέρα από τον τάφο.Έκανε αρετές τις αναγκαιότητες των αδυνάτων.

Άνδρες δίχως ελπίδα στο μέλλον, ωθούνταν να μην σκέφτονται το αύριο. Άνδρες ανίκανοι να αντιδράσουν σε προσβολές ή τραυματισμούς διδάσκονταν να μην αντιστέκονται σε κανένα κακό. Άνδρες καταδικασμένοι σε μια ζωή δουλικότητας και ανέχειας, βεβαιώνονταν για την αξιοπρέπεια της εργασίας και της φτώχειας. Οι αδύναμοι, οι καταφρονημένοι, οι καταπατημένοι, θα αποτελούσαν – από τούδε και στο εξής – τους εκλεκτούς και τους αγαπημένους του Θεού. Στους κοσμικούς, στους φιλόδοξους, στους πλούσιους και στους ισχυρούς θα απαγορευόταν η είσοδος στον παράδεισο.

Το αποτέλεσμα, τότε, της αποστολής του Ιησού ήταν η δημιουργία μιας νέας αίρεσης στην Ιουδαία.Δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Η Ιουδαία, όπως η σημερινή Αμερική, αποτελούσε γόνιμο έδαφος για περίεργα δόγματα. Οι Εβιονίμ (Εβραίοι Χριστιανοί) – οι άποροι, όπως αυτοαποκαλούνταν – δεν θεωρούσαν τα πιστεύω τους ως μια νέα θρησκεία. Εβραίοι γεννήθηκαν και Εβραίοι παρέμειναν.

Οι διδασκαλίες του κυρίου τους ήταν ενταγμένες περισσότερο σε μια μορφή κοινωνικής φιλοσοφίας, έναν ηθικό κώδικα συμπεριφοράς, έναν τρόπο ζωής. Στους σημερινούς Χριστιανούς, που ποτέ δεν κουράζονται να ρωτάνε γιατί οι Εβραίοι δεν δέχτηκαν τον Ιησού και τις διδασκαλίες του, μπορώ μόνο να απαντήσω ότι για ένα μεγάλο διάστημα κανείς, πάρα μόνο οι Εβραίοι τον δέχτηκαν. Το να νιώθει κανείς έκπληξη γιατί όλος ο Εβραϊκός λαός δεν έγινε Εβιονίμ είναι σαν να περιμένει όλους τους Αμερικανούς να γίνουν Ουνιταριανοί ή Βαπτιστές ή Χριστιανοί Επιστήμονες. Σε συνηθισμένους καιρούς μικρή σημασία θα δίνονταν στην κουρελιασμένη αδελφότητα. Δούλοι και εργάτες οι περισσότεροι, η αδυναμία τους ίσως και να είχε ενθαρρυνθεί από τις ισχυρές τάξεις.

Αλλά με την χώρα να βρίσκεται στην μέση μιας μάχης με έναν ξένο εχθρό, η μη-κοσμική φιλοσοφία πήρε έναν επικίνδυνο προσανατολισμό. Ήταν ένα δόγμα των ψευδαισθήσεων, της παραίτησης και της ήττας. Απειλούσε να κάμψει το ηθικό των πολεμιστών του έθνους εν καιρώ πολέμου.
Αυτές οι ευλογίες των ειρηνοποιών, αυτό το γύρισμα του άλλου μάγουλου, αυτή η μη-αντίσταση, αυτή η αγάπη για τον εχθρό, φαινόταν σαν μια ΣΚΟΠΙΜΗ προσπάθεια παράλυσης και εγκλωβισμού της θελήσεως του έθνους σε μια κρίση και βεβαιωμένη ΝΙΚΗ για τον εχθρό.

Έτσι δεν ήταν περίεργο που οι Εβραϊκές αρχές άρχισαν να καταδιώκουν τους Εβιονίμ. Εισέβαλαν στις συγκεντρώσεις τους και τις διέλυαν, οι ηγέτες τους ρίχτηκαν στην φυλακή, τα δόγματά τους κηρύχτηκαν εκτός νόμου. Φάνηκε για λίγο ότι η αίρεση αυτή σύντομα θα εξαφανίζονταν. Τότε, ξαφνικά, η αυλαία σηκώθηκε για την τρίτη πράξη και τα γεγονότα πήραν μια νέα τροπή.

Ίσως ο πιο αμείλικτος εχθρός των αιρέσεων ήταν κάποιος Σαούλ, ένας σκηνοποιός. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ταρσό και άρα άνθρωπος με κάποια μόρφωση στην Ελληνική κουλτούρα, απεχθανόταν τις νέες διδασκαλίες για τη μη-κοσμικότητα και την αποξένωσή τους από την ζωή. Σαν Εβραίος πατριώτης φοβόταν την επίδρασή τους στον εθνικό αγώνα. Πολυταξιδεμένος άνθρωπος, γλωσσομαθής, ήταν ο πλέον κατάλληλος για να πηγαίνει στις σκορπισμένες Εβραϊκές κοινότητες για να εξουδετερώνει την εξάπλωση των σοσιαλιστικών, ειρηνιστικών τους δογμάτων. Οι αρχηγοί της Ιερουσαλήμ τον διόρισαν κύριο διώκτη των Εβιονίμ.

Βρισκόταν στο δρόμο για την Δαμασκό για να συλλάβει μια ομάδα αιρετικών όταν του ήρθε μια πρωτότυπη ιδέα. Στην αλλόκοτη φράση του Βιβλίου των Πράξεων, είδε ένα όραμα. Είδε, στην πραγματικότητα, δύο. Αντιλήφθηκε, αρχικά, πόσο ελάχιστες ήταν οι πιθανότητες της μικρής Ιουδαίας να κερδίσει έναν ένοπλο αγώνα εναντίον της μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης του κόσμου. Δεύτερον, και σημαντικότερο, συνειδητοποίησε ότι η πλανεμένη αίρεση που αυτός κατέπνιγε, θα μπορούσε να διαμορφωθεί σε ένα ακαταμάχητο όπλο ενάντια στον τρομακτικό αντίπαλο.Παθητικότητα, μη-αντίσταση, παραίτηση, αγάπη, αποτελούσαν επικίνδυνες διδασκαλίες στην πατρίδα.
Διασπαρμένες όμως στις εχθρικές λεγεώνες, θα μπορούσαν ίσως να διασπάσουν την πειθαρχία τους και να επιφέρουν ακόμα και την νίκη στην Ιερουσαλήμ. Ο Σαούλ, με λίγα λόγια, ήταν πιθανότητα ο πρώτος άνθρωπος που είχε αντιληφθεί τις δυνατότητες διεξαγωγής πολέμου μέσω της προπαγάνδας.

Ταξίδεψε στην Δαμασκό, και εκεί προς έκπληξη τόσο των φίλων του όσο και αυτών που είχε σκοπό να καταστείλει, ανακοίνωσε τον προσηλυτισμό του στην θρησκεία και ζήτησε την ένταξη του στην αδελφότητα. Κατά την επιστροφή του στην Ιερουσαλήμ ξεδίπλωσε την νέα του στρατηγική μπροστά στους έκπληκτους Γέροντες της Σιών. Μετά από πολλές διαφωνίες και βαθύτερες συζητήσεις, υιοθετήθηκε. Περισσότερη αντίσταση σημειώθηκε από τους ηγέτες των Εβιονίμ της πρωτεύουσας.

Δυσπιστούσαν ως προς τα κίνητρά του και φοβούνταν ότι η πρότασή του να απογυμνωθεί η θρησκεία από τις αρχαίες Εβραϊκές συνήθεις και τελετές για να γίνει αποδεκτή από τους Εθνικούς, θα γέμιζε την αδελφότητα με ξένους μισό-προσηλυτισμένους και θα μείωνε τη δύναμή της. Αλλά στο τέλος κέρδιζε και τη δική τους υποστήριξη. Και έτσι ο Σαούλ, ο τρομερότερος διώκτης των ακολούθων του Ιησού, έγινε ο Παύλος, ο Απόστολος των Εθνικών. Ετσι, ταυτόχρονα, ξεκίνησε και η διασπορά στις παγανιστικές χώρες της Δύσης, μια ολότελα καινούρια Ανατολίτικη θρησκεία.

Δυστυχώς για το σχέδιο του Παύλου, η νέα στρατηγική λειτούργησε παραπάνω από καλά. Η ανακαινισμένη και κάπως σαγηνευτική του θεολογία, προσηλύτιζε πιστούς γρηγορότερα από ότι τολμούσε να ελπίζει ή ακόμα και να ευχόταν. Η ιδέα του, θα πρέπει να έχουμε πάντα υπ’ όψη μας, σε αυτήν την φάση ήταν καθαρά αμυντική. (αυτό είναι συζητήσιμο). Δεν είχε καμία σκέψη ευαγγελισμού του κόσμου. Έλπιζε μόνο να αποθαρρύνει τον εχθρό. Έχοντας επιτύχει αυτό, και με την Ρωμαϊκή φρουρά έξω από την Παλαιστίνη, ήταν έτοιμος για ανακωχή.

Αλλά οι σκλάβοι και οι καταπιεσμένοι της Αυτοκρατορίας, οι άθλιοι κληρωτοί και το πεινασμένο προλεταριάτο της ίδιας της πρωτεύουσας, βρήκαν τόση παρηγοριά στην προσαρμοσμένη Παυλική εκδοχή της αίρεσης όσο και οι καημένοι Εβραίοι πριν από αυτούς είχαν βρει στα πρωταρχικά διδάγματα του σταυρωμένου τους κυρίου. Το αποτέλεσμα αυτής της απρόβλεπτης επιτυχίας ήταν να ανοιχτούν τα μάτια του εχθρού στο τι ακριβώς συνέβαινε. Ανησυχητικές αναφορές για κρούσματα απειθαρχίας ανάμεσα στους στρατιώτες άρχισαν να κατακλύζουν την Ρώμη από τους διοικητές του στρατού στην Παλαιστίνη και αλλού. Αντί να προκαλέσουν την παύση στις αυτοκρατορικές αρχές, οι νέες τακτικές πείσμωσαν περισσότερο την αποφασιστικότητά τους.

Η Ρώμη έπεσε πάνω στην Ιερουσαλήμ με φωτιά και ξίφος και μετά από μια τρομακτική πολιορκία που διήρκεσε τέσσερα χρόνια, κατέστρεψε την φωλιά της αναστάτωσης (70 μ.Χ). Τουλάχιστον νόμιζε ότι την κατέστρεψε.
Οι ιστορικοί της εποχής δεν μας αφήνουν αμφιβολίες για τις προθέσεις της Ρώμης. Μας λένε ότι ο Νέρων έστειλε τον Βεσπασιανό και τον γιο του τον Τίτο με απόλυτες και ρητές εντολές να συντρίψουν την Παλαιστίνη μαζί με τον χριστιανισμό. Για τους Ρωμαίους, η χριστιανοσύνη δεν ήταν παρά Ιουδαϊκή Μαχητικότητα, μια ερμηνεία εν πάση περιπτώσει, που δεν απέχει και πολύ από τα γεγονότα. Όσο αναφορά την ευχή του Νέρωνα, πραγματοποιήθηκε τουλάχιστον κατά το ήμισυ. Η Παλαιστίνη συντρίφτηκε τόσο ολοκληρωτικά που παραμένει μέχρι και σήμερα ένα πολιτικό ερείπιο. (Το Ισραήλ δεν υπήρχε όταν γράφτηκε αυτό το άρθρο). Αλλά η χριστιανοσύνη δεν καταστράφηκε τόσο εύκολα.

Εν αντιθέτως, μόνο μετά από την πτώση της Ιερουσαλήμ το πρόγραμμα του Παύλου αναπτύχθηκε στο μέγιστο. Μέχρι τώρα, όπως έχω πει, η τακτική του ήταν απλά να φοβίσει και να διώξει τον κατακτητή, με τον ίδιο τόπο που ο Μωυσής μόλυνε τους Φαραώ. Προχωρούσε με επιφύλαξη και δισταγμό, προσέχοντας να μην ξυπνήσει τον ισχυρό αντίπαλο. Ήταν διατεθειμένος να παίξει με το νέο του όπλο μπρος τη μύτη του εχθρού και να τον κάνει να νιώσει την άκρη του, αλλά δείλιαζε στο να το καρφώσει με όλη του τη δύναμη.
Τώρα που έχει συμβεί το χειρότερο και η Ιουδαία δεν έχει πλέον να χάσει τίποτα άλλο, πέταξε τις αναστολές του και μετέφερε τον πόλεμο στη χώρα του εχθρού. Ο στόχος τώρα δεν ήταν τίποτα λιγότερος από το να ταπεινωθεί η Ρώμη όπως αυτή είχε ταπεινώσει την Ιερουσαλήμ, να τη σβήσει από το χάρτη όπως αυτή είχε σβήσει την Ιουδαία.

Αν τα ίδια γραπτά του Παύλου δεν σας πείθουν για αυτήν την ερμηνεία των πράξεών του, σας εφιστώ την προσοχή σας στον πιο ειλικρινή του συνεργάτη, τον Ιωάννη. Εκεί που ο Παύλος, ενεργώντας μέσα στην σκιά του βασιλικού παλατιού και τον μισό καιρό αιχμάλωτος σε Ρωμαϊκές φυλακές, είναι υποχρεωμένος να ασχολείται με παραβολές και κρυμμένες ενδείξεις, ο Ιωάννης, απευθυνόμενος σε δυσαρεστημένους Ασιάτες, έχει την πολυτέλεια της απλής ομιλίας. Όπως και να έχει, το φυλλάδιό του με τον τίτλο «Αποκάλυψη», είναι, στην ουσία, μια αποκάλυψη της όλης καταπληκτικής υπόθεσης.

Η Ρώμη, φανταστικά αποκαλούμενη Βαβυλωνία, περιγράφεται λεπτομερώς με τη γλώσσα εκρηκτικού μίσους, σαν την μητέρα των πόρνων και των βδελυγμάτων της γης, σαν τη γυναίκα μεθυσμένη με το αίμα των αγίων (Εβραίων), σαν τον καταπιεστή των «ανθρώπων και μαζών και εθνών και γλωσσών» και – για να αφαιρεθεί κάθε αμφιβολία για την ταυτότητά της – σαν «τη μεγάλη πόλη που κυριάρχησε πάνω στους βασιλιάδες της γης».

Ένας άγγελος θριαμβευτικά φωνάζει: «Η Βαβυλωνία η μεγάλη έχει πέσει, έχει πέσει». Στην συνέχεια ακολουθεί μια οργιαστική εικόνα καταστροφής. Εμπόριο και βιομηχανία και θαλάσσιες συναλλαγές βρίσκονται στο τέλος. Τέχνη και μουσική και «η φωνή του γαμπρού και της νύφης» έχουν σιωπήσει. Σκοτάδι και ερήμωση κυριαρχούν σαν το πέπλο πάνω στην σκηνή. Οι ευγενικοί χριστιανοί κατακτητές κυλιούνται ηδονικά μέσα στο αίμα μέχρι τις σέλες των αλόγων τους. «Αγαλλιάστε πάνω από αυτήν, εσύ ουρανέ, και σεις άγιοι απόστολοι και προφήτες, γιατί ο Θεός την εκδικήθηκε για σας».

Και ποιο το τέλος και ο σκοπός όλου αυτού του χάους και της καταστροφής; Ο Ιωάννης δεν συγκρατεί τα λόγια του για να μας πει. Γιατί κλείνει την ευσεβή του προφητεία με ένα όραμα από τις δόξες της νέας – δηλαδή της αποκατεστημένης – Ιερουσαλήμ. Όχι κάποια αλληγορική φαντασίωση,να ξέρετε, αλλά κυριολεκτικά η Ιερουσαλήμ, η πρωτεύουσα του μεγάλου ξαναενωμένου βασιλείου των «δώδεκα φυλών των παιδιών του Ισραήλ» (Το Ισραήλ ιδρύθηκε το 1948 δηλ. 20 χρόνια μετά που γράφτηκε αυτό το άρθρο).

Μπορεί κανείς να απαιτήσει κάτι πιο ξεκάθαρο;
Φυσικά, κανένας πολιτισμός δεν θα μπορούσε να αντισταθεί για πάντα ενάντια σε τέτοιου είδους επίθεσης. Μέχρι το έτος 200 οι προσπάθειες του Παύλου και του Ιωάννη και των διαδόχων τους είχαν προχωρήσει τόσο πολύ σε όλες τις τάξεις της Ρωμαϊκής κοινωνίας, ώστε η χριστιανοσύνη είχε γίνει το κυρίαρχο δόγμα σε όλη την αυτοκρατορία. Εν τω μεταξύ, όπως διορατικά είχε προβλέψει ο Παύλος, η Ρωμαϊκή ηθική και πειθαρχία είχαν ξεπέσει, τόσο που όλο και συχνότερα, οι ρωμαϊκές λεγεώνες, που κάποτε αποτελούσαν τον τρόμο του κόσμου και την σπονδυλική στήλη της Δυτική κουλτούρας, γνώριζαν την ήττα από βάρβαρους εισβολείς.

Στο έτος 326 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, ελπίζοντας να ελέγξει την ύπουλη νόσο, υπέκυψε στον προσηλυτισμό και ανακήρυξε την χριστιανοσύνη σαν επίσημη θρησκεία. Ήταν πλέον αργά. Μετά από αυτόν ο αυτοκράτορας Ιουλιανός προσπάθησε να καταφύγει για μια ακόμη φορά στην καταστολή. Αλλά ούτε αντίσταση ούτε εκχώρηση δικαιωμάτων ωφελούσαν. Το Ρωμαϊκό πολιτικό σώμα είχε καταντήσει σκουληκοφαγωμένο από Παλαιστινιακή προπαγάνδα.

Ο Παύλος είχε θριαμβεύσει. Αυτός είναι ο τρόπος που, αν ήμουν εγώ ένας αντισημίτης ψάχνοντας για ένα αξιόπιστο δείγμα Εβραϊκής υπονομευτικής συνωμοσίας, θα ερμήνευα την έλευση ένας διαμορφωμένου Ιουδαϊκού δόγματος στον Δυτικό κόσμο.
~ Του Ραβίνου Marcus Eli Ravage 
Δημοσιεύτηκε στο THE CENTURY MAGAZINE, τον Ιανουάριο του 1928




THE ARTICLE IN ENGLISH
A Real Case Against the Jews / Commissary to the Gentiles by Marcus Eli Ravage

The Century Magazine
January 1928
Volume 115, Number 3
pages 346-350
 By Rabbi Marcus Eli Ravage

A Real Case Against the Jews

OF COURSE, YOU DO RESENT US. It is no good telling me you don’t. So let us not waste any time on denials and alibis. You know you do, and I know it, and we understand each other. To be sure, some of your best friends are Jews, and all that. I have heard that before once or twice, I think. And I know, too, that you do not include me personally—”me” being any particular individual Jew—when you fling out at us in your wholesale fashion, because I am, well, so different, don’t you know, almost as good as one of yourselves. That little exemption does not, somehow, move me to gratitude; but never mind that now. It is the aggressive, climbing, pushing, materialistic sort you dislike—those, in a word, who remind you so much of your own up-and-coming brethren. We understand each other perfectly. I don’t hold it against you.

Bless my soul, I do not blame anybody for disliking anybody. The thing that intrigues me about this anti-Jewish business, as you play at it, is your total lack of grit. You are so indirect and roundabout with it, you make such fantastic and transparent excuses, you seem to be suffering from self-consciousness so horribly, that if the performance were not grotesque it would be irritating.

It is not as if you were amateurs: you have been at it for over fifteen centuries. Yet watching you and hearing your childish pretexts, one might get the impression that you did not know yourselves what it is all about. You resent us, but you cannot clearly say why. You think up a new excuse—a “reason” is what you call it—every other day. You have been piling up justifications for yourselves these many hundreds of years and each new invention is more laughable than the last and each new excuse contradicts and annihilates the last.

Not so many years ago I used to hear that we were money-grubbers and commercial materialists; now the complaint is being whispered around that no art and no profession is safe against Jewish invasion. We Accept.

We are, if you are to be believed, at once clannish and exclusive and unassimilable because we won’t intermarry with you, and we are also climbers and pushers and a menace to your racial integrity.

Our standard of living is so low that we create your slums and sweated industries, and so high that we crowd you out of your best residential sections.

We shirk our patriotic duty in wartime because we are pacifists by nature and tradition, and we are the arch-plotters of universal wars and the chief beneficiaries of those wars (see the late “Dearborn Independent,” passim, and “The Protocols of the Elders of Zion”).

We are at once the founders and leading adherents of capitalism and the chief perpetrators of the rebellion against capitalism. We Accept.

Surely, history has nothing like us for versatility!

And, oh! I almost forgot the reason of reasons. We are the stiff-necked people who never accepted Christianity, and we are the criminal people who crucified its founder.

But I tell you, you are self-deceivers. You lack either the self-knowledge or the mettle to face the facts squarely and own up to the truth. You resent the Jew not because, as some of you seem to think, he crucified Jesus but because he gave him birth. Your real quarrel with us is not that we have rejected Christianity but that we have imposed it upon you!

Your loose, contradictory charges against us are not a patch on the blackness of our proved historic offense. You accuse us of stirring up revolution in Moscow. Suppose we admit the charge. What of it? Compared with what Paul the Jew of Tarsus accomplished in Rome, the Russian upheaval is a mere street brawl.

You make much noise and fury about the undue Jewish influence in your theaters and movie palaces. Very good; granted your complaint is well-founded. But what is that compared to our staggering influence in your churches, your schools, your laws and your governments, and the very thoughts you think every day?

A Russian discovered a set of papers and publishes them in a book called “The Protocols of the Elders of Zion,” which shows that we plotted to bring on the late World War. You believe that book: All right. We Accept, we will underwrite every word of it. It is genuine and authentic. But what is that beside the unquestionable historical conspiracy which we have carried out, which we have never denied because you never had the courage to charge us with it, and of which the full record is extant for anybody to read?

If you really are serious when you talk of Jewish plots, may I not direct your attention to one worth talking about? What use is it wasting words on the alleged control of your public opinion by Jewish financiers, newspaper owners and movie magnates, when you might as well justly accuse us of the proved control of your whole civilization by the Jewish Gospels?

You have not begun to appreciate the real depth of our guilt. We are intruders. We are disturbers. We are subverters. We have taken your natural world, your ideals, your destiny, and played havoc with them. We have been at the bottom not merely of the latest great war but of nearly all your wars, not only of the Russian but of every other major revolution in your history. We have brought discord and confusion and frustration into your personal and public life. We are still doing it. No one can tell how long we shall go on doing it.

Look back a little and see what has happened. Nineteen hundred years ago you were an innocent, carefree, pagan race. You worshipped countless gods and goddesses, the spirits of the air, of the running streams and of the woodland. You took unblushing pride in the glory of your naked bodies. You carved images of your gods and of the tantalizing human figure. You delighted in the combats of the field, the arena and the battle-ground. War and slavery were fixed institutions in your systems. Disporting yourselves on the hillsides and in the valleys of the great outdoors, you took to speculating on the wonder and mystery of life and laid the foundations of natural science and philosophy. Yours was a noble, sensual culture, unirked by the prickings of a social conscience or by any sentimental questionings about human equality. Who knows what great and glorious destiny might have been yours if we had left you alone.

But we did not leave you alone. We took you in hand and pulled down the beautiful and generous structure you had reared, and changed the whole course of your history. We conquered you as no empire of yours ever subjugated Africa or Asia. And we did it all without armies, without bullets, without blood or turmoil, without force of any kind. We did it solely by the irresistible might of our spirit, with ideas, with propaganda.

We made you the willing and unconscious bearers of our mission to the whole world, to the barbarous races of the earth, to the countless unborn generations. Without fully understanding what we were doing to you, you became the agents at large of our racial tradition, carrying our gospel to the unexplored ends of the earth.

Our tribal customs have become the core of your moral code. Our tribal laws have furnished the basic groundwork of all your august constitutions and legal systems. Our legends and our folk-tales are the sacred lore which you croon to your infants. Our poets have filled your hymnals and your prayer-books. Our national history has become an indispensable part of the learning of your pastors and priests and scholars. Our kings, our statesmen, our prophets, our warriors are your heroes. Our ancient little country is your Holy Land. Our national literature is your Holy Bible. What our people thought and taught has become inextricably woven into your very speech and tradition, until no one among you can be called educated who is not familiar with our racial heritage.

Jewish artisans and Jewish fishermen are your teachers and your saints, with countless statues carved in their image and innumerable cathedrals raised to their memories. A Jewish maiden is your ideal of motherhood and womanhood. A Jewish rebel-prophet is the central figure in your religious worship. We have pulled down your idols, cast aside your racial inheritance, and substituted for them our God and our traditions. No conquest in history can even remotely compare with this clean sweep of our conquest over you.

How did we do it? Almost by accident. Two thousand years ago nearly, in far-off Palestine, our religion had fallen into decay and materialism. Money-changers were in possession of the temple. Degenerate, selfish priests mulcted our people and grew fat. Then a young patriot-idealist arose and went about the land calling for a revival of faith. He had no thought of setting up a new church. Like all the prophets before him, his only aim was to purify and revitalize the old creed. He attacked the priests and drove the money-changers from the temple. This brought him into conflict with the established order and its supporting pillars. The Roman authorities, who were in occupation of the country, fearing his revolutionary agitation as a political effort to oust them, arrested him, tried him and condemned him to death by crucifixion, a common form of execution at that time.

The followers of Jesus of Nazareth, mainly slaves and poor workmen, in their bereavement and disappointment, turned away from the world and formed themselves into a brotherhood of pacifist non-resisters, sharing the memory of their crucified leader and living together communistically. They were merely a new sect in Judea, without power or consequence, neither the first nor the last.

Only after the destruction of Jerusalem by the Romans did the new creed come into prominence. Then a patriotic Jew named Paul or Saul conceived the idea of humbling the Roman power by destroying the morale of its soldiery with the doctrines of love and non-resistance preached by the little sect of Jewish Christians. He became the Apostle to the Gentiles, he who hitherto had been one of the most active persecutors of the band. And so well did Paul do his work that within four centuries the great empire which had subjugated Palestine along with half of the world, was a heap of ruins. And the law which went forth from Zion became the official religion of Rome.

This was the beginning of our dominance in your world. But it was only a beginning. From this time forth your history is little more than a struggle for mastery between your own old pagan spirit and our Jewish spirit. Half your wars, great and little, are religious wars, fought over the interpretation of one thing or another in our teachings. You no sooner broke free from your primitive religious simplicity and attempted the practice of the pagan Roman learning than Luther armed with our gospels arose to down you and re-enthrone our heritage. Take the three principal revolutions in modern times—the French, the American and the Russian. What are they but the triumph of the Jewish idea of social, political and economic justice?

And the end is still a long way off. We still dominate you. At this very moment your churches are torn asunder by a civil war between Fundamentalists and Modernists, that is to say between those who cling to our teachings and traditions literally and those who are striving by slow steps to dispossess us. In Dayton, Tennessee, a Bible-bred community forbids the teaching of your science because it conflicts with our ancient Jewish account of the origin of life; and Mr. Bryan, the leader of the anti-Jewish Ku Klux Klan in the Democratic National Convention, makes the supreme fight of his life in our behalf, without noticing the contradiction. Again and again the Puritan heritage of Judea breaks out in waves of stage censorship, Sunday blue laws and national prohibition acts. And while these things are happening you twaddle about Jewish influence in the movies! in the banks! in the media! in the Political ideas! BUT you missed the most important! We are the constructors of your Monotheistic religions, that are making you slaves to us!

Is it any wonder you resent us? We have put a clog upon your progress. We have imposed upon you an alien book and an alien faith which you cannot swallow or digest, which is at cross-purposes with your native spirit, which keeps you ever-lastingly ill-at-ease, and which you lack the spirit either to reject or to accept in full.

In full, of course, you never have accepted our Christian teachings. In your hearts you still are pagans. You still love war and graven images and strife. You still take pride in the glory of the nude human figure. Your social conscience, in spite of all democracy and all your social revolutions, is still a pitifully imperfect thing. We have merely divided your soul, confused your impulses, paralyzed your desires. In the midst of battle you are obliged to kneel down to him who commanded you to turn the other cheek, who said “Resist not evil” and “Blessed are the peace-makers.” In your lust for gain you are suddenly disturbed by a memory from your Sunday-school days about taking no thought for the morrow. In your industrial struggles, when you would smash a strike without compunction, you are suddenly reminded that the poor are blessed and that men are brothers in the Fatherhood of the Lord. And as you are about to yield to temptation, your Jewish training puts a deterrent hand on your shoulder and dashes the brimming cup from your lips. You Christians have never become Christianized. To that extent we have failed with you. But we have forever spoiled the fun of paganism for you.

So why should you not resent us? If we were in your place we should probably dislike you more cordially than you do us. But we should make no bones about telling you why. We should not resort to subterfuges and transparent pretexts. With millions of painfully respectable Jewish shopkeepers all about us we should not insult your intelligence and our own honesty by talking about communism as a Jewish philosophy. And with millions of hard-working impecunious Jewish peddlers and laborers we should not make ourselves ridiculous by talking about international capitalism as a Jewish monopoly. No, we should go straight to the point. We should contemplate this confused, ineffectual muddle which we call civilization, this half-Christian half-pagan medley, and—were our places reversed—we should say to you point-blank: “For this mess thanks to you, to your prophets and to your Bible.”

Part II: Commissary to the Gentiles

You Christians worry and complain about the Jew’s influence in your civilization. We are, you say, an international people, a compact minority in your midst, with traditions, interests, aspirations and objectives distinct from your own. And you declare that this state of affairs is a menace to your orderly development; it confuses your impulses; it defeats your purposes; it muddles up your destiny. I do not altogether see the danger. Your world has always been ruled by minorities; and it seems to me a matter of indifference what the remote origin and professed creed of the governing clique is. The influence, on the other hand, is certainly there, and it is vastly greater and more insidious than you appear to realize.

That is what puzzles and amuses and sometimes exasperates us about your game of Jew-baiting. It sounds so portentous. You go about whispering terrifyingly of the Jew in this and that and the other thing. It makes us quake. We are conscious of the injury we did you when we imposed upon you our alien faith and traditions. Suppose, we say trembling, you should wake up to the fact that your religion, your education, your morals, your social, governmental and legal systems are fundamentally of our making! And then you specify, and talk vaguely of Jewish financiers and Jewish motion-picture promoters, and our terror dissolves in laughter. The Goi, we see with relief, will never know the real blackness of our crimes.

We cannot make it out. Either you do not know or you have not the courage to charge us with those deeds for which there is at least a shadow of evidence and which an intelligent judge and jury could examine without impatience. Why bandy about unconvincing trifles when you might so easily indict us for serious and provable offences? Why throw up to us a patent and a clumsy forgery such as the Protocols of the Elders Zion when you might as well confront us with the Revelation of St. John? Why talk about Marx and Trotski when you have Jesus of Nazereth and Paul of Tarsus to confound us with?

You call us subverters, agitators, revolution-mongers. It is the truth, and I cower at your discovery. It could be shown with only the slightest straining and juggling of the facts that we have been at the bottom of all the major revolutions in your history. We undoubtedly had a sizeable finger in the Lutheran Rebellion, and it is simply a fact that we were the prime movers in the bourgeois democratic revolutions of the century before the last, both in France and America. If we were not, we did not know our own interests. But do you point your accusing finger at us and charge us with these heinous and recorded crimes? Not at all? You fantastically lay at our door the recent great War and the upheaval in Russia, which have done not only the most injury to the Jews themselves but which a school-boy could have foreseen would have that result.

But even these plots and revolutions are as nothing compared with the great conspiracy which we engineered at the beginning of this era and which was destined to make the creed of a Jewish sect the religion of the Western world. The Reformation was not designed in malice purely. It squared us with an ancient enemy and restored our Bible to it’s place of honour in Christendom, The Republican revolutions of the Eighteenth century freed us of our age-long political and social disabilities. They benefited us, but they did you no harm. On the contrary, they prospered and expanded you. You owe your pre-eminence in the world to them. But the upheaval which brought Christianity into Europe was – or at least may easily be shown to have been – planned and executed by Jews as an act revenge against a great Gentile state. And when you talk about Jewish conspiracies I cannot for the world understand why you do not mention the destruction of Rome and the whole civilization of antiquity concentrated under her banners, at the hands of Jewish Christianity.

It is unbelievable, but you Christians do not seem to know where your religion came from, nor how, nor why. Your historians, with one great exception, do not tell you. The documents in these case, which are part of your Bible, you chant over but do not read. We have done our work too thoroughly; you believe our propaganda too implicitly. The coming of Christianity is to you not an ordinary historical event growing out of other events of the time, it is the fulfilment of a divine Jewish prophecy – with suitable amendments of your own. It did not, as you see it, destroy a great Gentile civilization and a great Gentile empire with which Jewry was at war; it did not plunge mankind into barbarism and darkness for a thousand years; it came to bring salvation to the Gentile world!

Yet here, if ever, was a great subversive movement, hatched in Palestine, spread by Jewish agitators, financed by Jewish money, taught in Jewish pamphlets and broadsides, at a time when Jewry and Rome were in a death struggle, and ending in the collapse of the great Gentile empire. You do not even see it, though an intelligent child, unfuddled by theological magic, could tell you what it is all about after a hasty reading of the simple record. And then you go on prattling of Jewish conspiracies and cite as instances the Great War and the Russian Revolution! Can you wonder that we Jews have always taken your anti-Semites rather lightly, as long as they did not resort to violence?

And mind you, no less an authority than Gibbon long ago tried to enlighten you. It is now a century and a half since The Decline and Fall of the Roman Empire let the cat out of the bag, Gibbon, not being a parson dabbling in history, did not try to account for the end of a great era by inventing fatuous nonsense about the vice and degradation of Rome, about the decay of morals and faith in an empire which was at that very time in the midst of its most glorious creative period. How could he? He was living in the Augustan Age in London which – in spite of nearly two thousand years since the coming of Christian salvation – was a good replica of Augustan Rome in the matter of refined lewdness as the foggy islanders could make it. No, Gibbons was a race-conscious Gentile and an admirer of the culture of the pagan West, as well as an historian with brains and eyes. Therefore he had no difficulty laying his finger on the malady that had rotted and wasted away the noble edifice of antique civilization. He put Christianity down – the law which went forth from Zion and the word of God from Jerusalem – as the central cause of the decline and fall of Rome and all she represented.

So far so good. But Gibbon did not go far enough. He was born and died, you see, a century before the invention of scientific anti-Semitism. He left wholly out of account the element of deliberation. He saw an alien creed sweeping out of the East and overwhelming the fair lands of the West. It never occurred to him that the whole scheme of salvation was dedicated. Yet the facts are as plain as you please.

Let me in very brief recount the tale, unembroidered by miracle, prophecy or magic.

For a good perspective, I shall have to go back a space. The action conveniently falls into four parts, rising to a climax in the third. The time, when the first curtain rises, is roughly 65 B.C. Dramatis personae are, minor parts aside, Judea and Rome. Judea is a tiny kingdom off the Eastern Mediterranean. For five centuries it has been hardly more than a geographical expression. Again and again it has been overrun and destroyed and its population carried into exile or slavery by its powerful neighbours. Nominally independent, it is now as unstable as ever and on the edge of civil war. The empire of the West, with her nucleus in the City Republic of Rome, while not yet mistress of the world, is speedily heading that way . She is acknowledged the one great military power of the time as well as the heir of Greece and the centre of civilization.

Up to the present the two states have had little or no contact with one another. Then without solicitation on her part Rome was suddenly asked take a hand in Judean affairs. A dispute had arisen between two brothers over the succession to the petty throne, and the Roman general Pompey, who happened to be in Damascus winding up bigger matters, was called upon to arbitrate between the claimants. With the simple directness of a republican soldier, Pompey exiled one of the brothers, tossed the chief priesthood to his rival, and abolished the kingly dignity altogether. Not to put too fine a point on it, Pompey’s mediation amounted in effect to making Judea a Roman dependency. The Jews, not unnaturally, objected; and Rome, to conciliate them and to conform to local prejudice, restored the royal office. She appointed, that is, a king of her own choosing. He was the son of an excise-man, an Idumean by race, named Herod. But the Jews were not placated, and continued making trouble. Rome thought it very ungrateful of them.

All this is merely a prelude, and is introduced into the action to make clear what follows. Jewish discontent grew to disaffection and open revolt when their Gentile masters began importing into Jerusalem the blessings of Western culture. Graven images, athletic games, Greek drama, and gladiatorial shows were not to the Jewish taste. The pious resented them as an offence in the nostrils of Jehovah, even though the resident officials patiently explained they were meant for the entertainment and edification of the non-Jewish garrison. The Judeans resisted with especial strenuousness the advent of the efficient Roman tax-gatherer. Above all, they wanted back a king of their own royal line.

Among the masses the rebellion took the form of a revival of the old belief in a Messiah, a divinely appointed saviour who was to redeem his people from the foreign yoke and make Judea supreme among the nations. Claimants to the mission were not wanting. In Galilee, one Judas led a rather formidable insurrection, which enlisted much popular support. John, called the Baptist, operated in the Jordan country. He was followed by another north-country man, Jesus of Nazareth. All three were masters of the technique of couching incendiary political sedition in harmless theological phrases. All three used the same signal of revolt – “the time is at hand”. And three were speedily apprehended and executed , both Galileans by crucifixion.

Personal qualities aside, Jesus of Nazareth was, like his predecessors, a political agitator engaged in liberating his country from the foreign oppressor. There is even considerable evidence that he entertained an ambition to become king of an independent Judea. He claimed, or his biographers later claimed for him, descent from the ancient royal line of David. But his paternity is somewhat confused. The same writers who traced the origin of his mother’s husband back to the psalmist-king also pictured Jesus as the son of Jehovah, and admitted that Joseph was not his father.

It seems, however, that Jesus before long realized the hopelessness of his political mission and turned his oratorical gifts and his great popularity with masses in quite another direction. He began preaching a primitive form of populism, socialism and pacificism. The effect of this change in his program was to gain him the hostility of the substantial, propertied classes, the priest and patriots generally, and to reduce his following to the poor, labouring mass and the slaves.

After his death these lowly disciples formed themselves into a communistic brotherhood. A sermon their late leader had once delivered upon a hillside summed up for them the essence of his teachings, and they made it their rule of life. It was a philosophy calculated to appeal profoundly to humble people. It comforted those who suffered here on earth with promised rewards beyond the grave. It made virtues of necessities of the weak. Men without hope in the future were admonished to take no thought for the morrow. Men too helpless to resent insult or injury were taught to resist not evil. Men condemned to lifelong drudgery and indigence were assured of the dignity of labour and of poverty. The meek, the despised, the disinherited, the downtrodden, were – in the hereafter – to be the elect and favoured of God. The worldly, the ambitious, the rich and powerful, were to be denied admission to heaven.

The upshot, then, of Jesus’ mission was a new sect in Judea. It was neither the first nor the last. Judea, like modern America, was a fertile soil for strange creeds. The Ebionim – the paupers, as they called themselves – did not regard their beliefs as a new religion. Jews they had been born, and Jews they remained. The teachings of their master were rather in nature of a social philosophy, an ethic of conduct, a way of life. To modern Christians, who never tire of asking why the Jews did not accept Jesus and his teachings, I can only answer that for a long time none but the Jews did. To be surprised that the whole Jewish people did not turn Ebionim is about as intelligent as to expect all Americans to join the Unitarians or the Baptists or the Christian Scientists.

In ordinary times little attention would been paid to the ragged brotherhood. Slaves and labourers for the most part, their meekness might even have been encouraged by the soldier class. But with the country in the midst of a struggle with a foreign foe, the unworldly philosophy took on a dangerous aspect. It was a creed of disillusion, resignation and defeat. It threatened to undermine the morale of the nation’s fighting men in time of war. This blessing of the peacemakers, this turning of the other cheek, this non-resistance, this love your enemy, looked like a deliberate attempt to paralyse the national will in a crisis and assure victory to the foe.

So it is not surprising that the Jewish authorities began persecuting the Ebionim. Their meetings were invaded and dispersed, their leaders were clapped into jail, their doctrines were proscribed. It looked for awhile as if the sect would be speedily wiped out. Then, unexpected, the curtain rose on act three, and events took a sudden new turn.

Perhaps the bitterest foe of the sectaries was one Saul, a maker of tents. A native of Tarsus and thus a man of some education in Greek culture, he despised the new teachings for their unworldliness and their remoteness from life. A patriotic Jew, he dreaded their effect on the national cause. A travelled man, versed in several languages, he was ideally suited for the task of going about among the scattered Jewish communities to counteract the spread of their socialistic pacifistic doctrines. The leaders in Jerusalem appointed him chief persecutor to the Ebionim.

He was on his way to Damascus one day to arrest a group of the sectaries when a novel idea came to him. In the quaint phrase of the book of Acts he saw a vision. He saw as a matter of fact, two. He perceived, to begin with, how utterly hopeless were the chances of little Judea winning out in an armed conflict against the greatest military power in the world. Second, and more important, it came to him that the vagabond creed which he had been repressing might be forged into an irresistible weapon against the formidable foe. Pacifism, non-resistance, resignation, love, were dangerous teachings at home. Spread among the enemy’s legions, they might brake down their discipline and thus yet bring victory to Jerusalem. Saul, in a word, was probably the first man to see the possibilities of conducting war by propaganda.

He journeyed on to Damascus, and there, to the amazement alike of his friends and of those he had gone to suppress, he announced his conversion to the faith and applied for admission to the brotherhood. On his return to Jerusalem he laid his new strategy before the startled Elders of Zion. After much debate and searching of souls, it was adopted. More resistance was offered by the leaders Ebionim of the capital. They were mistrustful of his motives, and they feared that his proposal to strip the faith of its ancient Jewish observances and practices so as to make it acceptable to Gentiles would fill the fraternity with alien half- converts, and dilute its strength. But in the end he won them over, too. And so Saul, the fiercest persecutor of Jesus’ followers, became Paul, the Apostle to the Gentiles. And so, incidentally, began the spread into pagan lands of the West, an entirely new Oriental religion.

Unfortunately for Paul’s plan, the new strategy worked much too well. His revamped and rather alluring theology made converts faster than he had dared hope, or than he even wished. His idea, it should be kept in mind, was at this stage purely defensive. He had as yet no thought of evangelizing the world; he only hoped to discourage the enemy. With that accomplished, and the Roman garrisons out of Palestine, he was prepared to call a truce. But the slaves and oppressed of the Empire, the wretched conscripts, and the starving proletariat of the capital itself, found as much solace in the adapted Pauline version of the creed as the poor Jews before them had found in the original teachings of their crucified master. The result of this unforeseen success was to open the enemy’s eyes to what was going on. Disturbing reports of insubordination among the troops began pouring into Rome from the army chiefs in Palestine and elsewhere. Instead of giving the imperial authorities pause, the new tactics only stiffened their determination. Rome swooped down upon Jerusalem with fire and sword, and after a fierce siege which lasted four years, she destroyed the nest of the agitation (70 A.D.). At least she thought she had destroyed it.

The historians of the time leave us in no doubt as to the aims of Rome. They tell us that Nero sent Vespasian and his son Titus with definite and explicit orders to annihilate Palestine and Christianity together. To the Romans, Christianity meant nothing more than Judaism militant, anyhow, an interpretation which does not seem far from the facts. As to Nero’s wish, he had at least half of it realized for him. Palestine was so thoroughly annihilated that it has remained a political ruin to this day. But Christianity was not so easily destroyed.

Indeed, it was only after the fall of Jerusalem that Paul’s program developed to the full. Hitherto, as I have said, his tactic had merely to frighten of the conqueror, in the manner of Moses plaguing the Pharaos. He had gone along cautious and hesitantly, taking care not to arouse the powerful foe. He was willing to dangle his novel weapon before the foe’s nose, and let him feel it’s edge, but he shrank from thrusting it in full force. Now that the worst had happened and Judea had nothing further to lose, he flung scruples to the wind and carried the war into the enemy’s country. The goal now was nothing less than to humble Rome as she had humbled Jerusalem, to wipe her off the map as she had wiped out Judea.

If Paul’s own writings fail to convince you of this interpretation of his activities, I invite your attention to his more candid associate John. Where Paul, operating within the shadow of the imperial palace and half the time a prisoner in Roman jails, is obliged to deal in parable and veiled hints, John, addressing himself to disaffected Asiatics, can afford the luxury of plain speaking. At any rate, his pamphlet entitled “Revelation” is, in truth, a revelation of what the whole astonishing business is about.

Rome, fancifully called Babylon, is minutely described in the language of sputtering hate, as the mother of harlots and abominations of the earth, as the woman drunken with the blood of the saints (Christians and Jews), as the oppressor of “peoples and multitudes and nations and tongues” and – to remove all doubt of her identity – as “that great city which reigned over the Kings of the earth”. An Angel triumphantly cries, Babylon the great is fallen” Then follows an orgiastic picture of ruin. Commerce and industry and maritime trade are at an end. Art and music and “the voice of the bridegroom and of the bride” are silenced. The gentle Christian conquerors wallow in blood up to the bridles of their horses. “Rejoice over her, thou heaven, and ye holy apostles and prophets; for God hath avenged you on her.”

And what is the end and purpose of all this chaos and devastation? John is not too reticent to tell us. For he closes his pious prophecy with a vision of the glories of the new – that is, the restored – Jerusalem: not any allegorical fantasy, I pray you, but literally Jerusalem, the capital of a great reunited kingdom of “the twelve tribes of the children of Israel”.

Could any one ask for anything plainer?

Of course, no civilization could forever hold out against this kind of assault . By the year 200 the efforts of Paul and John and their successors had made such headway among all classes of Roman society that Christianity had become the dominant cult throughout the empire. Meantime, as Paul had shrewdly foreseen, Roman morale and discipline had quite broken down, so that more and more the imperial legions, once the terror of the world and the backbone of Western culture, went down to defeat before barbarian invaders. In the year 326 the emperor Constantine, hoping to check the insidious malady, submitted to conversion and proclaimed Christianity the official religion. It was too late. After him the emperor Julian tried to resort once more to suppression. But neither resistance nor concession were of any use. The Roman body politic has become thoroughly worm-eaten with Palestinian propaganda. Paul had triumphed.


This at least is how, were I an anti-Semite in search of a credible sample of subversive Jewish conspiracy, I would interpret the event of a modified Jewish creed into the Western world.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου