Function Disabled

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

ΔΙΟΤΙΜΑ μυεί Σωκράτη περι Έρωτος


  ΚΕΦ. 22.   Σωκράτης: Καὶ ἐσένα βέβαια, θὰ σ᾿ ἀφήσω τώρα!

ὅμως τόν λόγο γιὰ τὸν Ἔρωτα, ποὺ ἄκουσα κάποτε ἀπὸ τὴ Διοτίμα, μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴ Μαντίνεια ποὺ ἦταν σοφὴ καὶ σ᾿ αὐτὰ καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα, καὶ στοὺς Ἀθηναίους ὅταν ἔκαναν θυσίες πρὶν πέσει ἡ πανοῦκλα, κατώρθωσε νὰ ἀναβάλει τὴν ἀρρώστεια γιὰ δέκα χρόνια, αὐτὴ ποὺ δίδαξε καὶ σ᾿ ἐμένα τὰ ἐρωτικά ― αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγο, θὰ προσπαθήσω ὅσο μπορῶ μὲ δικὰ μου λόγια νὰ σᾶς ἀναπτύξω, σύμφωνα μὲ ὅσα συνωμολογήσαμε ἐγὼ καὶ ὁ Ἀγάθωνας. Πρέπει λοιπόν Ἀγάθωνα, ὅπως ἔκανες καὶ σὺ στὴ διήγησή σου, πρῶτα νὰ ἀναπτύξω μὲ κάθε λεπτομέρεια τὶ εἶναι ὁ Ἔρωτας καὶ ποιὸς εἶναι, καὶ στὴ συνέχεια νὰ πῶ γιὰ τὰ ἔργα του. Μοῦ φαίνεται λοιπόν, ὅτι εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ τὰ ἀναπτύξω ἔτσι, ὅπως ἔκανε κάποτε καὶ σ᾿ ἐμένα ἡ ξένη ὅταν μὲ ἐξέταζε. Διότι κι ἐγὼ σχεδὸν κάτι τέτοια τῆς ἔλεγα, σὰν αὐτὰ ποὺ λέει τώρα σ᾿ ἐμένα ὁ Ἀγάθωνας, ὅτι ὁ Ἔρωτας εἶναι μέγας θεός, καὶ ὅτι εἶναι γιὰ τὰ καλά. Μοῦ ἔκανε ἔλεγχο λοιπὸν σ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια, ὅπως κι ἐγὼ κάνω στὸν Ἀγάθωνα, ὅτι οὔτε καλὸς εἶναι σύμφωνα μὲ τὸν λόγο μου οὔτε ἀγαθός. Κι ἐγὼ τότε τῆς εἶπα:

   ΣΩ. Πῶς τὸ λὲς αὐτὸ Διοτίμα; ὁ Ἔρωτας δηλαδὴ εἶναι αἰσχρὸς καὶ κακός;

   ΔΙ. Γιατ τν δυσφημες Σωκράτη; μήπως νομίζεις τι κενο πο δν εναι καλό, κατ᾿ νάγκην εναι ασχρό;


   ΣΩ. Καὶ πολύ, μάλιστα.
   
   ΔΙ. Καὶ ὅποιο δὲν εἶναι σοφό, εἶναι ἀμαθές; ἤ μήπως δὲν γνωρίζεις ὅτι κάτι ὑπάρχει μεταξὺ σοφίας καὶ ἀμάθειας;
   
   ΣΩ. Καὶ ποιὸ εἶναι αὐτό;

   ΔΙ. Τὸ νὰ σκέφτεσαι σωστὰ καὶ νὰ μὴν ἔχεις τὴν ἱκανότητα νὰ ἐκφράσεις μὲ λόγο τὴ σκέψη σου, δὲν γνωρίζεις ὅτι οὔτε ἐπιστημονικὴ γνώση εἶναι (διότι ἕνα πρᾶγμα χωρὶς λόγο πῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἐπιστήμη;) οὔτε πάλι καὶ ἀμάθεια (διότι αὐτὸ ποὺ πετυχαίνει τὴν οὐσία πῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἀμάθεια;). Ἡ σωστὴ σκέψη λοιπόν, εἶναι κάτι ποὺ βρίσκεται μεταξὺ τῆς φρόνησης καὶ τῆς ἀμάθειας.

    ΣΩ. Λὲς τὴν ἀλήθεια.

    ΔΙ. Μὴ θεωρεῖς λοιπόν ἀναγκαστικά, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ δὲν εἶναι καλό, πρέπει νὰ εἶναι αἰσχρό, οὔτε ἐκεῖνο ποὺ δὲν εἶναι ἀγαθό, πρέπει νὰ εἶναι κακό. Ἔτσι, ἐπειδὴ καὶ ὁ ἴδιος ὁμολογεῖς, ὅτι ὁ Ἔρωτας δὲν εἶναι οὔτε ἀγαθὸς οὔτε καλός, καθόλου μὴ φαντάζεσαι ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι αἰσχρὸς καὶ κακός, ἀλλὰ κάτι μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο.

    ΣΩ. Καὶ δὲν ὁμολογεῖται ἀπ᾿ ὅλους, ὅτι εἶναι μέγας θεός;

    ΔΙ. Ἐννοεῖς ὅλους ὅσους δὲν γνωρίζουν, ἤ καὶ αὐτοὺς ποὺ γνωρίζουν;

    ΣΩ. Ὅλους γενικῶς, ἐννοῶ.

    ΔΙ. (γελῶντας) Καὶ πῶς θὰ ὡμολογηθεῖ ὅτι εἶναι μέγας θεός, Σωκράτη, ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ λένε ὅτι δὲν εἶναι οὔτε θεός;

    ΣΩ. Καὶ ποιοὶ εἶναι αὐτοί;

    ΔΙ. Ἕνας ἐσύ, καὶ μία ἐγώ.

    ΣΩ. Καὶ πῶς τὸ ἑρμηνεύεις αὐτό;

    ΔΙ. Εὔκολα. Ἀλλὰ πές μου, δὲν θεωρεῖς ὅτι ὅλοι οἱ θεοὶ εἶναι εὐδαίμονες καὶ καλοί; ἤ θὰ τολμοῦσες νὰ πεῖς ὅτι κάποιος ἀπὸ τοὺς θεοὺς δὲν εἶναι καλὸς καὶ εὐδαίμονας;

    ΣΩ. Μὰ τὸ Δία, ὄχι βέβαια.

    ΔΙ. Καὶ εὐδαίμονες δὲν ἐννοεῖς αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀποκτήσει τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ καλά;

    ΣΩ. Βεβαίως.

    ΔΙ. Ἀλλὰ ὁ Ἔρωτας, ὅπως βέβαια ἔχεις ὡμολογήσει, ἐξ αἰτίας τῆς ἔλλειψης τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν καλῶν, ἐπιθυμεῖ αὐτὰ ποὺ στερεῖται.

    ΣΩ. Τὸ ἔχω ὡμολογήσει.

    ΔΙ. Πῶς θὰ μποροῦσε λοιπὸν νὰ εἶναι θεὸς, αὐτὸς ποὺ στερεῖται τὰ καλὰ καὶ τὰ ἀγαθά;

    ΣΩ. Μὲ κανένα τρόπο, καθὼς φαίνεται βέβαια.

    ΔΙ. Βλέπεις λοιπόν, ὅτι καὶ σὺ τὸν Ἔρωτα δὲν τὸν θεωρεῖς θεὸ;

     ΚΕΦ. 23.  ΣΩ.  Σὰν τὶ μπορεῖ λοιπόν, νὰ εἶναι ὁ Ἔρωτας; θνητός;

    ΔΙ. Ὄχι, βέβαια.

    ΣΩ. Τότε τὶ εἶναι;

    ΔΙ. Ὅπως εἴπαμε καὶ προηγουμένως, κάτι μεταξὺ θνητοῦ καὶ ἀθάνατου.

    ΣΩ. Δηλαδὴ τὶ εἶναι, Διοτίμα;

    ΔΙ. Δαίμονας μεγάλος, Σωκράτη· διότι καὶ ὅλο τὸ δαιμόνιο γένος βρίσκεται μεταξὺ θεοῦ καὶ θνητοῦ.

    ΣΩ. Καὶ τὶ δύναμη ἔχει;

    ΔΙ. Νὰ ἑρμηνεύει καὶ νὰ μεταβιβάζει στοὺς θεοὺς ὅσα προέρχονται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ τὶς παρακλήσεις καὶ τὶς θυσίες, καὶ στοὺς ἀνθρώπους ὅσα προέρχονται ἀπὸ τοὺς θεούς, δηλαδὴ τὶς διαταγὲς τους καὶ τὶς ἀμοιβὲς γιὰ τὶς θυσίες. Καὶ ἐπειδὴ βρίσκεται ἐνδιάμεσα, συμπληρώνει καὶ τὰ δύο μέρη ὥστε νὰ ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο σύνολο. Μέσω αὐτοῦ τοῦ γένους κινεῖται καὶ ὁλόκληρη ἡ μαντικὴ τέχνη ἀλλὰ καὶ ἡ τέχνη τῶν ἱερέων σχετικὰ μὲ τὶς θυσίες καὶ τὶς τελετὲς καὶ τὰ μαγικὰ τραγούδια καὶ γενικὰ μὲ τὶς γητειὲς καὶ τὰ μάγια. Διότι ὁ θεὸς δὲν ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ μέσω αὐτοῦ τοῦ γένους γίνεται κάθε συνομιλία καὶ ἐπικοινωνία τῶν θεῶν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὅταν εἶναι ξύπνιοι καὶ ὅταν κοιμοῦνται· καὶ ὅποιος εἶναι σ᾿ αὐτὰ σοφὸς θεωρεῖται δαιμόνιος ἄνδρας, ἐνῶ ὅποιος εἶναι σοφὸς εἴτε στὶς τέχνες ἤ σὲ κάποιες χειροτεχνικὲς ἐργασίες, θεωρεῖται βάναυσος. Αὐτοὶ οἱ δαίμονες εἶναι πολλοὶ καὶ κάθε εἴδους, ἕνας δὲ ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι καὶ ὁ Ἔρωτας.

    ΣΩ. Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα του;

    ΔΙ. Θὰ χρειαστεῖ πολὺς χρόνος, γιὰ νὰ στὸ διηγηθῶ, ὅμως θὰ σοῦ πῶ. Ὅταν λοιπὸν γεννήθηκε ἡ Ἀφροδίτη, ὅλοι οἱ θεοὶ συνεστίαζαν καὶ μαζὶ τους καὶ ὁ γιὸς τῆς Μήτιδας, ὁ Πόρος. Ἀφοῦ τελείωσαν τὸ δεῖπνο, παρασυρόμενη ἀπὸ τὴν εὐθυμία ἔφτασε ἡ Πενία καὶ τριγύριζε στὶς πόρτες γιὰ νὰ ζητιανέψει. Ὁ Πόρος λοιπόν, ποὺ εἶχε μεθύσει ἀπὸ τὸ νέκταρ, γιατὶ τότε δὲν ὑπῆρχε κρασί, μπῆκε στὸν κῆπο τοῦ Δία καὶ, καθὼς εἶχε βαρύνει ἀπὸ τὸ μεθύσι, ἀποκοιμήθηκε. Τότε ἡ Πενία, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπορίας της, σκεφτόμενη νὰ κάνει πονηρὰ παιδὶ ἀπὸ τὸν Πόρο, ξάπλωσε δίπλα του καὶ συνέλαβε τὸν Ἔρωτα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔγινε τῆς Ἀφροδίτης ἀκόλουθος καὶ ὑπηρέτης ὁ Ἔρωτας, ἐπειδὴ ἡ σύλληψή του ἔγινε τὴν ἡμέρα τῶν γενεθλίων της, καὶ συγχρόνως ἀπὸ τὴ φύση του ἐραστὴς τοῦ ὡραίου, ἀφοῦ καὶ ἡ Ἀφροδίτη εἶναι ὡραία. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἔρωτας εἶναι γιὸς τοῦ Πόρου καὶ τῆς Πενίας, πρόσεξε ποιὰ εἶναι ἡ τύχη του. Πρῶτον μὲν εἶναι πάντοτε φτωχός, καὶ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι τρυφερὸς καὶ ὡραῖος, ὅπως νομίζουν οἱ πολλοί, ἀλλὰ εἶναι σκληρὸς καὶ βρώμικος καὶ ἀνυπόδητος καὶ δίχως σπίτι· πάντα κυλιέται σὲ πὰτωμα χωρίς στρωσίδια, καὶ κοιμᾶται στὴν ὕπαιθρο, στὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν καὶ μέσα στοὺς δρόμους, συγκάτοικος πάντα μὲ τὴ φτώχεια, γιατὶ ἔχει τὴ φύση τῆς μητέρας του. Σύμφωνα πάλι μὲ τὴ φύση τοῦ πατέρα του, ἀποβλέπει στὰ καλὰ καὶ στὰ ἀγαθά, ἐπειδὴ εἶναι γενναῖος καὶ λεβέντης καὶ ὁρμητικός, φοβερὸς κυνηγός, πάντα σκαρώνει κάποια τεχνάσματα, ἐπιθυμεῖ τὴ γνώση καὶ εἶναι ἐπινοητικός, φιλισοφεῖ σ᾿ ὅλη του τὴ ζωή, φοβερὸς γόης καὶ μάγος καὶ σοφιστής. Καὶ ἀπὸ τὴ φύση του οὔτε ἀθάνατος εἶναι οὔτε θνητός, ἀλλὰ τὴν ἴδια μέρα ἄλλοτε ἀκμάζει καὶ ζεῖ, ὅταν πετύχει τὸ στόχο του, ἄλλοτε πεθαίνει· καὶ πάλι ὅμως ξαναζεῖ, ἐξ αἰτίας τῆς φύσης τοῦ πατέρα του, ἀλλὰ πάντα χάνει αὐτὸ ποὺ ἔχει κερδίσει. Ὥστε, ὁ Ἔρωτας οὔτε ἄπορος εἶναι ποτέ, οὔτε πλούσιος καὶ πάντα βρίσκεται μεταξὺ τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀμάθειας.
Αὐτὸ συμβαίνει γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο. Ἀπὸ τοὺς θεοὺς κανένας δὲν φιλοσοφεῖ οὔτε ἐπιθυμεῖ νὰ γίνει σοφός, γιατὶ εἶναι· οὔτε καὶ κάποιος ἄλλος φιλοσοφεῖ, ἂν εἶναι σοφός. Οὔτε πάλι οἱ ἀμαθεῖς φιλοσοφοῦν, οὔτε ἐπιθυμοῦν νὰ γίνουν σοφοί. Διότι, αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ κακὸ τῆς ἀμάθειας· τὸ νὰ ἀρκεῖται κάποιος στὸν ἑαυτὸ του, ἂν καὶ δὲν εἶναι καλὸς καὶ ἀγαθὸς οὔτε φρόνιμος. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ δὲν νομίζει ὅτι ἔχει ἐλλείψεις, δὲν ἐπιθυμεῖ ἐκεῖνο ποὺ δὲν νομίζει ὅτι τοῦ χρειάζεται.

    ΣΩ. Ποιοὶ εἶναι λοιπὸν οἱ φιλοσοφοῦντες Διοτίμα, ἐὰν δὲν εἶναι οὔτε οἱ σοφοὶ οὔτε οἱ ἀμαθεῖς;

    ΔΙ. Αὐτὸ τὸ καταλαβαίνει ἀκόμη κι ἕνα μικρὸ παιδί, ὅτι φιλοσοφοῦν αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο, ὅπως ἐπίσης εἶναι καὶ ὁ Ἔρωτας. Διότι ἡ σοφία εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ ὡραῖα πράγματα, ὁ Ἔρωτας εἶναι ἔρωτας γιὰ τὸ ὡραῖο, ὥστε κατ᾿ ἀνάγκην ὁ Ἔρωτας εἶναι φιλόσοφος· καὶ σὰν φιλόσοφος, βρίσκεται μεταξὺ τοῦ σοφοῦ καὶ τοῦ ἀμαθῆ. Αἰτία γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἡ καταγωγὴ του. Γιατὶ κατάγεται ἀπὸ πατέρα σοφὸ καὶ εὔπορο, καὶ ἀπὸ μητέρα ἄπορη καὶ καθόλου σοφή. Αὐτὴ λοιπόν, ἀγαπητὲ Σωκράτη, εἶναι ἡ φύση αὐτοῦ τοῦ δαίμονα. Αὐτὸν ποὺ ὑπέθεσες ὅμως ἐσὺ ὅτι εἶναι ὁ Ἔρωτας, δὲν ἔπαθες κάτι ἀξιοπερίεργο. Διότι ὑπέθεσες, ὅπως συμπεραίνω ἀπὸ τὰ λεγόμενά σου, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἀγαπιέται εἶναι ὁ Ἔρωτας καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾷ. Γι᾿ αὐτὸ νομίζω ὅτι σοῦ φάνηκε ἀξιολάτρευτος ὁ Ἔρωτας. Γιατὶ πραγματικὰ εἶναι καλὸ καὶ χαριτωμένο καὶ τέλειο καὶ ἀξιοζήλευτο αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἀγαπηθεῖ. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ἀγαπᾷ ἔχει ἐντελῶς διαφορετικὴ μορφή, σὰν αὐτὴ ποὺ ἐγὼ σοῦ ἀνέπτυξα.

   ΚΕΦ. 24.   ΣΩ. Ἄς εἶναι ἔτσι λοιπόν, ἀγαπητὴ μου, γιατὶ καλὰ τὰ λές. Ἀφοῦ ὅμως εἶναι τέτοιος ὁ Ἔρωτας, σὲ τὶ εἶναι χρήσιμος στοὺς ἀνθρώπους;

    ΔΙ. Μετὰ ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε Σωκράτη, θὰ προσπαθήσω νὰ σὲ διδάξω καὶ αὐτό. Εἶναι λοιπὸν τέτοιος καὶ ἔτσι ἔχει δημιουργηθεῖ ὁ Ἔρωτας, καὶ μάλιστα εἶναι γιὰ τὰ ὡραῖα, ὅπως λὲς ἐσύ. Ἂν ὅμως μᾶς ρωτήσει κάποιος: γιὰ ποιὰ ὡραῖα εἶναι ὁ Ἔρωτας, Σωκράτη καὶ Διοτίμα; τὸ ἑξῆς ρωτῶ ἀκόμη πιὸ σαφέστερα· αὐτὸς ποὺ ἐρωτεύεται τὰ ὡραῖα τὶ ἐρωτεύεται;

    ΣΩ. Νὰ συμβοῦν στὸν ἑαυτὸ του.

    ΔΙ. Αὐτὴ ἡ ἀπάντηση ὅμως, προκαλεῖ τὴν ἑξῆς ἐρώτηση· καὶ τὶ θὰ δημιουργηθεῖ μέσα σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοῦ συμβοῦν τὰ καλά;

    ΣΩ. Δὲν εἶμαι ἀκόμη ἕτοιμος, νὰ ἀπαντήσω πρόχειρα σὲ μιὰ τέτοια ἐρώτηση.

    ΔΙ. Ἀλλὰ προσπάθησε, ὅπως ἀκριβῶς ἂν ἄλλαζε κάποιος τὶς λέξεις καὶ ἀντὶ τοῦ καλοῦ χρησιμοποιοῦσε τὸ ἀγαθό, ὑπόθεσε Σωκράτη ὅτι σὲ ρωτοῦσε· αὐτὸς ποὺ ἐρωτεύεται τὰ ἀγαθὰ, τὶ ἐρωτεύεται;

    ΣΩ. Νὰ συμβοῦν στὸν ἑαυτὸ του.

    ΔΙ. Καὶ τὶ θὰ δημιουργηθεῖ σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοῦ συμβοῦν τὰ ἀγαθά;

    ΣΩ. Σ᾿ αὐτὸ, εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ ἀπαντήσω, ὅτι θὰ εἶναι εὐδαίμονας.

    ΔΙ. Μὲ τὴν ἀπόκτηση λοιπὸν τῶν ἀγαθῶν, οἱ εὐδαίμονες γίνονται εὐδαίμονες, καὶ δὲν χρειάζεται νὰ ρωτήσω, λόγου χάριν, γιατὶ θέλει νὰ εἶναι εὐδαίμονας αὐτὸς ποὺ τὸ θέλει, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντηση ὁλοκληρώθηκε.

    ΣΩ. Λὲς τὴν ἀλήθεια.

    ΔΙ. Γι᾿ αὐτὴν ὅμως τὴν ἐπιθυμία καὶ τὸν ἔρωτα, τὶ ἀπὸ τὰ δύο ἰσχύει; νομίζεις ὅτι εἶναι κοινὸς σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ θέλουν νὰ τοὺς συμβαίνουν τὰ ἀγαθὰ αἰωνίως; ἤ μᾶλλον, πῶς τὸ ἐννοεῖς;

    ΣΩ. Μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι κοινὸς σὲ ὅλους.

    ΔΙ. Λοιπὸν Σωκράτη, ἐὰν βέβαια ὅλοι ἐρωτεύονται τὰ ἴδια πράγματα καὶ πάντα, τότε γιατὶ λέμε ὅτι δὲν εἶναι ὅλοι ἐρωτευμένοι, ἀλλὰ λέμε ὅτι ἄλλοι εἶναι ἐρωτευμένοι καὶ ἄλλοι ὄχι;

    ΣΩ. Ἀπορῶ κι ἐγώ.

    ΔΙ. Μὴν ἀπορεῖς· διότι ξεχωρίζοντας κάποιο εἶδος τοῦ ἔρωτα καὶ δίνοντάς του τὸ ὄνομα τοῦ συνόλου, τὸ ὀνομάζομε ἔρωτα, ἐνῶ στὰ ὑπόλοιπα εἴδη χρησιμοποιοῦμε διαφορετικὰ ὀνόματα.

    ΣΩ. Καὶ πῶς γίνεται αὐτό;

    ΔΙ. Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ποίηση. Γνωρίζεις βέβαια, ὅτι ἡ ποίηση εἶναι μιὰ πολὺ πλατειὰ ἔννοια· διότι ἡ κάθε αἰτία ποὺ φέρνει ὁτιδήποτε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη εἶναι ποίηση· ὥστε καὶ οἱ ἐργασίες σὲ ὅλες τὶς τέχνες εἶναι ποιήσεις καὶ ὅλοι οἱ δημιουργοὶ τους εἶναι ποιητές.

    ΣΩ. Λὲς τὴν ἀλήθεια.

    ΔΙ. Γνωρίζεις ὅμως, ὅτι δὲν καλοῦνται ὅλοι ποιητὲς, ἀλλὰ ἔχουν διαφορετικὰ ὀνόματα· καὶ ἀπὸ ὅλη τὴν ποίηση ξεχωρίστηκε μόνο ἕνα πολὺ μικρὸ μέρος (αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται στὴ μουσικὴ καὶ στὸν ἔμμετρο λόγο) καὶ πῆρε τὸ ὄνομα τοῦ συνόλου. Διότι μόνο αὐτὸ ὀνομάζεται ποίηση, καὶ ὅσοι ἔχουν αὐτὸ τὸ μόριο τῆς ποίησης, λέγονται ποιητές.

    ΣΩ. Λὲς τὴν ἀλήθεια.

    ΔΙ. Ἔτσι λοιπὸν συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ἔρωτα· σὲ  γενικές γραμμὲς, εἶναι κάθε ἐπιθυμία τῶν ἀγαθῶν καὶ τῆς εὐδαιμονίας, ὁ πιὸ μεγάλος καὶ δολερὸς ἔρωτας γιὰ κάθε τι. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ἀσχολοῦνται μαζὶ του μὲ διαφορετικοὺς τρόπους, εἴτε μὲ τὴν οἰκονομία εἴτε μὲ τὴ γυμναστικὴ εἴτε μὲ τὴ φιλοσοφία, οὔτε ἐρωτευμένοι λέμε ὅτι εἶναι οὔτε ἐραστές. Ἐνῶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀσχολοῦνται ἰδιαίτερα μὲ ἕνα συγκεκριμένο εἶδος, παίρνουν τὸ συνολικὸ ὄνομα τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ ἐρωτευμένου καὶ τοῦ ἐραστῆ.

    ΣΩ. Πραγματικὰ λὲς τὴν ἀλήθεια.

    ΔΙ. Καὶ ὑπάρχει κάποιος λόγος, βέβαια, ποὺ λέει ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἀναζητοῦν τὸ “ἕτερον ἥμισυ” αὐτοὶ ἐρωτεύονται· ὁ δικὸς μου ὅμως λόγος, ἀγαπητὲ φίλε, λέει ὅτι ὁ ἔρωτας δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἀναζήτηση τοῦ μισοῦ οὔτε τοῦ ὅλου, ἂν δὲν ἐπιδιώκεται τὸ ἀγαθό· διότι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἤθελαν νὰ τοὺς κοποῦν καὶ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, ἂν θεωροῦσαν ὅτι εἶναι βλαβερά. Νομίζω δηλαδή, ὅτι δὲν ὑπολογίζουν οὔτε τὰ ἀποκλειστικὰ δικὰ τους, ἐκτὸς ἐὰν κάποιος θεωρεῖ ὅτι τὸ ἀγαθὸ εἶναι φιλικὸ καὶ ἀποκλειστικὰ δικὸ του, ἐνῶ τὸ κακὸ εἶναι ξένο· ἐπειδὴ βέβαια, τίποτα ἄλλο δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐρωτεύονται οἱ ἄνθρωποι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἀγαθό. Ἤ μήπως σοῦ φαίνεται ὅτι ἐρωτεύονται κάτι ἄλλο;

    ΣΩ. Μὰ τὸ Δία, ὄχι βέβαια.

    ΔΙ. Ἆρα λοιπόν, μποροῦμε νὰ λέμε ἔτσι ἁπλὰ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐρωτεύονται τὸ ἀγαθό;

    ΣΩ. Ναί.

    ΔΙ. Καὶ τὶ λοιπόν; Δὲν πρέπει νὰ προσθέσωμε, ὅτι ἐρωτεύονται τὸ ἀγαθὸ νὰ γίνει δικὸ τους;

    ΣΩ. Πρέπει νὰ τὸ προσθέσωμε.

    ΔΙ. Καὶ ὄχι μόνο νὰ γίνει δικὸ τους, ἀλλὰ καὶ νὰ παραμείνει γιὰ πάντα;

    ΣΩ. Ἄς προστεθεῖ καὶ αὐτό.

    ΔΙ. Ἆρα καταλήγομε στὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι ἡ ἐπιδίωξη νὰ γίνει γιὰ πάντα δικὸ τους τὸ ἀγαθό.

    ΣΩ. Λὲς πραγματικὰ τὴν ἀλήθεια.

   ΚΕΦ. 25.   ΔΙ. Ἀφοῦ λοιπὸν αὐτὴ εἶναι πάντα ἡ ἐπιδίωξη τοῦ ἔρωτα, μὲ ποιὸ τρόπο αὐτοὶ ποὺ ἐπιδιώκουν τὸ ἀγαθό, καὶ σὲ ποιὰ πράξη, ὁ πόθος καὶ ἡ ἔντονη διάθεση τους, θὰ ὀνομαζόταν ἔρωτας; σὰν τὶ μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἐνέργεια; ἔχεις κάτι νὰ πεῖς;

    ΣΩ. Τότε δὲν θὰ σὲ θαύμαζα γιὰ τὴ σοφία σου Διοτίμα, οὔτε θὰ σπούδαζα κοντὰ σου γιὰ νὰ μάθω αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ μὲ ρωτᾷς.

    ΔΙ. Θὰ σοῦ πῶ λοιπὸν ἐγώ. Εἶναι ὁ τόκος μέσα στὸ καλὸ καὶ ὡς πρὸς τὸ σῶμα καὶ ὡς πρὸς τὴν ψυχή.

    ΣΩ. Αὐτὰ ποὺ λές Διοτίμα, χρειάζονται μαντικὲς ἱκανότητες καὶ δὲν τὰ καταλαβαίνω.

    ΔΙ. Θὰ μιλήσω λοιπὸν μὲ μεγαλύτερη σαφήνεια. Διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι Σωκράτη, κυοῦν καὶ ὡς πρὸς τὸ σῶμα καὶ ὡς πρὸς τὴν ψυχή, ὅταν ὅμως φτάσουν σὲ κάποια ἡλικία, ἡ φύση μας ἐπιθυμεῖ νὰ τεκνοποιήσει. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ τεκνοποιήσει μέσα στὸ αἰσχρό, ἀλλὰ μόνο μέσα στὸ καλό. Δηλαδή, ἡ συνουσία τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας εἶναι τόκος. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι θεϊκό, καὶ μέσα στὸ θνητὸ ζῶο μόνο αὐτὸ ὑπάρχει ἀθάνατο, ἡ κύηση καὶ ἡ γέννηση. Αὐτὰ ὅμως εἶναι ἀδύνατον νὰ δημιουργηθοῦν μέσα στὸ ἀνάρμοστο. Καὶ ἀναρμοστο σὲ κάθε θεϊκό εἶναι τὸ αἰσχρὸ, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ ἁρμόζει εἶναι τὸ ὡραῖο. Στὴ γέννηση λοιπὸν, ἡ Καλλονὴ παίζει τὸ ρόλο τῆς Μοίρας καὶ τῆς Εἰλείθυιας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνο ποὺ κυεῖ ὅταν πλησιάζει στὸ ὡραῖο, γίνεται ὁλόχαρο καὶ εὐφραινόμενο διαχύνεται καὶ τίκτει καὶ γεννᾷ, ἐνῶ ὅταν πλησιάζει στὸ αἰσχρό, τότε σκυθρωπὸ καὶ λυπημένο συσπειρώνεται καὶ ἀποφεύγει καὶ ἀπομακρύνεται καὶ δὲν γεννᾷ, ἀλλὰ συγκρατεῖται καὶ μὲ δυσκολία ἀντέχει τὸ κύημα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ δημιουργεῖται μεγάλη ἔξαψη γιὰ τὸ ὡραῖο σ᾿ αὐτὸν ποὺ κυεῖ καὶ εἶναι στὶς ὁρμὲς του· ἐπειδὴ τὸν ξαλαφρώνει ἀπὸ μεγάλο πόνο. Ὁ ἔρωτας λοιπὸν Σωκράτη, δὲν εἶναι ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀπόκτησης τοῦ ὡραίου, ὅπως νομίζεις ἐσύ.

    ΣΩ. Καὶ τότε τὶ εἶναι;

    ΔΙ. Ἡ ἐπιδίωξη τῆς γέννησης καὶ τοῦ τόκου μέσα στὸ ὡραῖο.

    ΣΩ. Ἄς εἶναι ἔτσι.

        ΔΙ. Καταλαβαίνεις λοιπόν, γιατὶ εἶναι τῆς γέννησης; διότι ἡ γέννηση καθιστᾷ τὸ θνητὸ ἀειγενὲς καὶ ἀθάνατο. Καὶ σύμφωνα μὲ ὅσα ἔχομε ὡμολογήσει εἶναι ἀναγκαῖο μαζὶ μὲ τὸ ἀγαθὸ νὰ ἐπιδιώκεται ἡ ἀθανασία, ἐὰν βέβαια ὁ ἔρωτας εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ ἀγαθοῦ γιὰ πάντα. Καταλήγομε λοιπὸν στὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι καὶ ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀθανασίας.

    ΚΕΦ. 26.  Ποιὰ νομίζεις ὅμως, Σωκράτη, ὅτι εἶναι ἡ αἰτία αὐτοῦ τοῦ ἔρωτα καὶ τῆς ἐπιθυμίας; ἤ μήπως δὲν αἰσθάνεσαι τὴν φοβερὴ διάθεση ποὺ ἔχουν ὅλα τὰ θηρία, ὅταν τοὺς ἔρθει ἡ ἐπιθυμία νὰ γεννήσουν, εἴτε αὐτὰ ποὺ περπατοῦν εἴτε αὐτὰ ποὺ πετοῦν, ὅτι ἀρρωσταίνουν ἀπὸ ἐρωτικὴ διάθεση, πρῶτονμὲν γιὰ νὰ ζευγαρώσουν μεταξὺ τους καὶ ἔπειτα γιὰ νὰ βροῦν τροφὴ στὸ νεογέννητο; καὶ ὅτι εἶναι ἕτοιμα ἀκόμη καὶ τὰ ἀσθενέστερα νὰ δώσουν μάχη μὲ τὰ ἰσχυρότερα καὶ νὰ πεθάνουν γιὰ χάρη τους; ἤ μήπως δὲν αἰσθάνεσαι ὅτι δὲν ὑπολογίζουν ἀκόμη καὶ τὴν πεῖνά τους προκειμένου νὰ τὰ μεγαλώσουν, ἀλλὰ κάνουν καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο γι᾿ αὐτά; διότι θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ σκεφθεῖ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τὰ κάνουν αὐτὰ ἐξ αἰτίας τῆς λογικῆς τους· ποιὰ εἶναι ὅμως ἡ αἰτία, ὥστε τὰ θηρία νὰ ἔχουν αὐτὴ τὴν ἐρωτικὴ διάθεση; ἔχεις κάτι νὰ πεῖς;

    ΣΩ. Πάλι θὰ σοῦ ἀπαντήσω, ὅτι δὲν ξέρω.

    ΔΙ. Σοῦ περνᾷ ἡ ἰδέα λοιπόν, ὅτι θὰ γίνεις κάποτε δεινὸς στὰ ἐρωτικά, ἐὰν δὲν καταλαβαίνεις αὐτά;

    ΣΩ. Γι᾿ αὐτὸ ἀγαπητὴ Διοτίμα ἦρθα κοντὰ σου, ὅπως σοῦ ἔλεγα καὶ προηγουμένως, ἐπειδὴ κατάλαβα ὅτι χρειάζομαι δασκάλους. Πὲς μου λοιπὸν τὴν αἰτία καὶ αὐτῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων γύρω ἀπὸ τὰ ἐρωτικά.

    ΔΙ. Ἂν πιστεύεις ὅτι ὁ ἔρωτας ἀπό τὴ φύση του εἶναι ἐκείνου, ποὺ μέχρι τώρα πολλές φορὲς ὡμολογήσαμε, μὴν ἀπορεῖς. Διότι κι ἐδῶ γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ἡ θνητὴ φύση ἀναζητᾷ νὰ παραμείνει ὅσο τὸ δυνατὸν παντοτινὴ καὶ ἀθάνατη. Καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ κατορθώσει μόνο μὲ τὴ γέννηση, διότι πάντοτε ἀφήνει στὴ θέση τοῦ παλιοῦ ἕνα ἄλλο νέο, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου κάθε ζῶο λέμε ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ καὶ νὰ διατηρεῖ τὸ εἶδος του· ὅπως λέμε καὶ ὅτι κάποιος εἶναι ὁ ἴδιος, ἀπὸ τὴν παιδικὴ του ἡλικία μέχρι νὰ γίνει γέρος· αὐτὸς λοιπόν, ἂν καὶ ποτὲ δὲν διατηρεῖ τὰ ἴδια στοχεῖα στὸν ἑαυτὸ του, λέμε ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος· ὅταν ὅμως ἀνανεώνεται, χάνει τὰ παλιὰ στοιχεῖά του σχετικὰ μὲ τὶς τρίχες καὶ τὴ σάρκα καὶ τὰ ὀστᾶ καὶ τὸ αἷμα καὶ ὁλόκληρο τὸ σῶμα. Καὶ ὄχι μόνο σχετικὰ μὲ τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ σχετικὰ μὲ τὴν ψυχή· δηλαδή, οἱ τρόποι, τὰ ἤθη, οἱ ἀπόψεις, οἱ ἐπιθυμίες, οἱ ἡδονές, οἱ λῦπες, οἱ φόβοι οὐδέποτε παραμένουν τὰ ἴδια στὸν καθένα μας, ἀλλὰ μερικὰ ἀπ᾿ αὐτὰ δημιουργοῦνται καὶ μερικὰ χάνονται. Ἀλλὰ ἀκόμη πιὸ παράδοξο ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβαίνει μὲ τὶς ἐπιστῆμες· ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἄλλες δημιουργοῦνται καὶ ἄλλες χάνονται μέσα μας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν εἴμαστε ποτὲ οἱ ἴδιοι οὔτε σχετικὰ μὲ τὶς ἐπιστῆμες, ἀλλὰ καὶ κάθε μία ἐπιστήμη χωριστὰ παθαίνει τὸ ἴδιο. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ ἐπιστήμη χάνεται, ἐπιβάλλεται νὰ μελετᾶμε· διότι ἡ λήθη εἶναι ἔξοδος τῆς ἐπιστήμης, ἡ μελέτη ὅμως δημιουργεῖ καινούργια μνήμη ἀντὶ τῆς χαμένης καὶ ἔτσι διασώζει τὴν ἐπιστήμη, ὥστε νὰ θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἡ ἴδια. Μόνο μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, λοιπόν, διασώζεται ὁλόκληρο τὸ θνητὸ γένος, ὄχι δηλαδὴ μὲ τὸ νὰ εἶναι αἰώνια τὸ ἴδιο, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸθ εϊκό, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ ἐγκαταλείπει νέο ἴδιο μὲ τὸν ἑαυτὸ του, αὐτὸ ποὺ παλιώνει καὶ φεύγει. Μ᾿ αὐτὴ τὴ διαδικασία, Σωκράτη, τὸ θνητὸ μετέχει στὴν ἀθανασία, καὶ τὸ σῶμα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα· ἐνῶ τὸ ἀθάνατο μὲ ἄλλη. Μὴν ἀπορεῖς, λοιπόν, ἂν τὸ καθένα ἐκ φύσεως ἀγαπᾷ τὸ δικὸ του δημιούργημα. Διότι, πρὸς χάριν τῆς ἀθανασίας ὑπάρχει στὸ καθένα αὐτὸς ὁ πόθος καὶ ἡ ἐρωτικὴ προδιάθεση.

   ΚΕΦ. 27   ΣΩ. (μὲ θαυμασμό). Ὦ σοφὴ Διοτίμα, στ᾿ ἀλήθεια, ἔτσι εἶναι ὅλα αὐτὰ;

    ΔΙ. Καλὰ κατάλαβες, Σωκράτη· ἐπειδὴ, ἂν ρίξεις μιὰ ματιά καὶ στὴ φιλοδοξία τῶν ἀνθρώπων, θὰ ἐκπλαγεῖς ἀπὸ τὸν παραλογισμό, ὅταν θυμηθεῖς μὲ πόση μανία ἐπιδιώκουν νὰ γίνουν ξακουστοὶ καὶ δ ό ξ α ἀ θ ά ν α τ η ν' ἀ φ ή σ ο υ ν ε γ ι ὰ π ά ν τ α, καὶ ὅλοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ διακινδυνεύσουν πολὺ περισσότερο γιὰ τὴ δόξα παρὰ γιὰ τὰ παιδιὰ τους, καὶ χρήματα νὰ σπαταλήσουν καὶ νὰ πονέσουν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ πεθάνουν. Μήπως νομίζεις, ὅτι θὰ πέθαινε ἡ Ἄλκιστη γιὰ χάρη τοῦ Ἄδμητου, ἤ ὅτι ὁ Ἀχιλλέας θὰ πέθαινε μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Πάτροκλου, ἤ ὅτι θὰ σκοτωνόταν ὁ Κόδρος γιὰ χάρη τῆς βασιλείας τῶν παιδιῶν του, ἂν δὲν πίστευαν ὅτι θὰ μείνει ἀθάνατη ἡ μνήμη γιὰ τὴν ἀρετὴ τους, τὴν ὁποία ἔχομε τώρα ἐμεῖς; Ὄχι βέβαια· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ κάνουν γιὰ χάρη τῆς ἀθάνατης ἀρετῆς καὶ τῆς ἔνδοξης φήμης· καὶ ὅσο πιὸ ἀγαθοὶ εἶναι, τόσο περισσότερο ἐνεργοῦν ἔτσι, διότι ἐρωτεύονται τὴν ἀθανασία. Ὅσοι λοιπὸν ἐγκυμονοῦν σωματικά, στρέφονται περισσότερο πρὸς τὶς γυναῖκες καὶ ἐρωτοτροποῦν, ἐπειδὴ νομίζουν ὅτι μὲ τή γέννηση παιδιῶν θὰ ἀποκτήσουν στὸ μέλλον ἀθανασία καὶ μνήμη καὶ εὐδαιμονία. Ὅσοι πάλι ἐγκυμονοῦν ψυχικά ― διότι ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ κυοῦν πολὺ περισσότερο στὶς ψυχὲς παρὰ στὰ σώματα ― θὰ γεννήσουν ἐκεῖνα ποὺ ἁρμόζουν στὴν ψυχή νὰ κυεῖ καὶ νὰ τίκτει· καὶ αὐτὰ ποὺ ἁρμόζουν στὴν ψυχὴ, εἶναι ἡ φρόνηση καὶ ἡ ὑπόλοιπη ἀρετὴ· οἱ γεννήτορες αὐτῶν, εἶναι ὅλοι οἱ ποιητὲς καὶ ὅσοι ἀπὸ τοὺς δημιουργοὺς λέγονται ὅτι εἶναι ἐφευρέτες· ὅμως πολὺ ἀνώτερη καὶ ὡραιότερη ἀρετὴ ἀπὸ τὴ φρόνηση, εἶναι αὐτὴ ποὺ ὀργανώνει τὶς πολιτεῖες καὶ τὴν κατοίκισή τους, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα εἶναι σωφροσύνη καὶ δικαιοσύνη. Αὐτὲς τὶς ἀρετὲς λοιπόν, ὅταν ἀπὸ νέος τὶς ἐγκυμονεῖ κάποιος ποὺ ἔχει θεϊκὴ ψυχή, καὶ μόλις φτάσει ἡ ἡλικία ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ τίκτει καὶ νὰ γεννήσει, νομίζω ὅτι ἀρχίζει νὰ περιφέρεται ἀναζητῶντας τὸ καλὸ μέσα στὸ ὁποῖο θὰ γεννήσει· διότι μέσα στὸ ἄσχημο οὐδέποτε θὰ γεννήσει. Κατὰ τὴν κύηση λοιπόν, ἀποδέχεται τὰ ὡραῖα σώματα περισσότερο παρὰ τὰ ἄσχημα, ἐὰν ὅμως μέσα σ᾿ αὐτὰ συμπτωματικὰ ὑπάρχει ψυχὴ εὐγενικὴ καὶ γενναία καὶ εὐφυὴς, τότε ἀποδέχεται πολὺ περισσότερο αὐτὸ τὸ συνδυασμὸ. Ἕνα τέτοιο ἄνθρωπο, ἀμέσως τὸν ἐμπλουτίζει μὲ λόγια γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ γύρω ἀπὸ τὸ πῶς πρέπει νὰ συμπεριφέρεται καὶ μὲ τὶ νὰ ἀσχολεῖται ὁ ἀγαθὸς ἄνδρας, καὶ γενικὰ προσπαθεῖ νὰ τὸν ἐκπαιδεύσει. Διότι νομίζω, ὅταν ἔλθει σὲ ἐπαφή μὲ τὸ καλὸ καὶ ὅταν τοῦ μιλάει, αὐτὰ ποὺ κυοῦσε ἀπὸ παλιὰ, τὰ τίκτει καὶ τὰ γεννᾷ, καὶ τὰ σκέφτεται εἴτε εἶναι παρὼν εἴτε ἀπουσιάζει, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ποὺ γεννήθηκε τὸ διαμορφώνει ἀπὸ κοινοῦ μ᾿ ἐκεῖνον. Ὥστε, αὐτοὶ διατηροῦν μεταξὺ τους πολὺ μεγαλύτερη ἐπικοινωνία ἀπὸ τὴν παιδικὴ καὶ πολὺ πιὸ σταθερὴ φιλία, διότι ἔχουν ἐνωθεῖ καὶ μὲ πιὸ ὄμορφα καὶ μὲ πιὸ ἀθάνατα παιδιὰ. Καὶ ὁ καθένας, θὰ προτιμοῦσε νὰ ἔχει γεννήσει τέτοια παιδιά, παρὰ ἀνθρώπινα. Κι ἂν ρίξεις μιὰ ματιὰ στὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ἡσίοδο καὶ τοὺς ἄλλους ἀγαθοὺς ποιητές θὰ τοὺς ζηλέψεις, γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ ἀφήνουν πίσω τους, ἐπειδή, σὰν τέτοια ποὺ εἶναι, τοὺς παρέχουν ἀθάνατη δόξα καὶ μνήμη. Ἂν θέλεις πάλι, κοίταξε τὰ παιδιὰ ποὺ ἄφησε ὁ Λυκοῦργος στὴ Σπάρτη καὶ στοὺς Σπαρτιᾶτες, γιὰ νὰ μὴν πῶ σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Καὶ σὲ σᾶς ὅμως εἶναι τιμημένος ὁ Σόλωνας γιὰ τὴ γέννηση τῶν νόμων, ἀλλά καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἄνδρες σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας καὶ τῶν βαρβάρων, ἔχουν ἀφήσει πολλὰ καὶ ὡραῖα ἔργα, ποὺ γέννησαν κάθε εἴδους ἀρετή. Σ᾿ αὐτοὺς, ἤδη ἔχουν ἀφιερωθεῖ πολλὰ ἱερὰ ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν παιδιῶν, ἐνῶ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα παιδιὰ τους, κανένα μέχρι σήμερα.

   ΚΕΦ. 28.   Σ᾿ αὐτὰ λοιπὸν τὰ ἐρωτικὰ, Σωκράτη, ἴσως θὰ μποροῦσες καὶ σὺ νὰ μυηθεῖς. Τὰ τέλεια ὅμως καὶ ἐποπτικά μυστήρια (δηλ. τὰ ἀνώτατα), ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ὑπάρχουν καὶ αὐτὰ, δὲν γνωρίζω ἂν μπορέσεις νὰ τὰ παρακολουθήσεις, ἂν κάποιος τὰ παρουσιάσει μὲ ἀκρίβεια, ἐγὼ ὅμως θὰ σοῦ τὰ πῶ καὶ δὲν θὰ μοῦ λείψει ἡ προθυμία. Προσπάθησε λοιπὸν ὅσο μπορεῖς νὰ παρακολουθήσεις. Ὅποιος ἀκολουθεῖ τὴ σωστὴ πορεία σχετικὰ μ᾿ αὐτὴ τὴ δραστηριότητα, ἐπιβάλλεται νὰ ἀρχίσει ἀπ᾿ ὅταν εἶναι νέος νὰ πλησιάζει τὰ ὡραῖα σώματα καὶ, ἐὰν τὸν καθοδηγεῖ σωστά ὁ καθοδηγητὴς του, θὰ πρέπει ἀρχικὰ νὰ ἐρωτευθεῖ ἕνα σῶμα καὶ σ᾿ αὐτὸ νὰ γεννᾷ ὡραίους λόγους καὶ στὴ συνέχεια, θὰ πρέπει ὁ ἴδιος νὰ κατανοήσει, ὅτι τὸ κάλλος ὁποιουδήποτε σώματος καὶ τὸ κάλλος ποὺ ὑπάρχει σὲ κάποιο ἄλλο σῶμα, ἔχουν ἀδελφικὴ σχέση μεταξύ τους. Καὶ ἂν πρέπει νὰ ἐπιδιώκει τὸ ὡραῖο στὸ σύνολό του, θὰ εἶναι μεγάλη ἀνοησία ἂν δὲν σκέφτεται ὅτι τὸ κάλλος σὲ ὅλα τὰ σώματα, εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ κατανοήσει αὐτὸ, θὰ πρέπει νὰ γίνει ἐραστὴς ὅλων τῶν ὡραίων σωμάτων, ἐνῶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἑνὸς σώματος νὰ τὴν θεωρήσει μικρῆς ἀξίας καὶ μὲ σφοδρότητα νὰ τὴν ἀποβάλει καὶ νὰ τὴν περιφρονήσει. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτά, θὰ πρέπει νὰ σκεφθεῖ ὅτι τὸ κάλλος τῶν ψυχῶν ἔχει πολὺ μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ τὸ κάλλος τῶν σωμάτων, ὁπότε, θὰ πρέπει νὰ ἀρκεσθεῖ καὶ νὰ ἐρωτευθεῖ κάποιον ποὺ ἔχει ψυχικὴ ὀμορφιὰ ἀκόμη καὶ ἂν ἔχει ἀσήμαντο σωματικὸ κάλλος, καὶ νὰ τὸν φροντίζει καὶ νὰ ἀναζητᾷ καὶ νὰ τίκτει τέτοιους λόγους ποὺ βελτιώνουν τοὺς νέους, γιὰ νὰ ἀναγκασθεῖ ἀκόμη νὰ παρατηρήσει τὴν ὀμορφιὰ ποὺ ὑπάρχει στὰ ἐπιτηδεύματα καὶ στοὺς νόμους καὶ νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν καθολικὴ συγγένειά τους μὲ τὴν ψυχικὴ ὀμορφιά, ὥστε νὰ θεωρήσει ὅτι τὸ σωματικὰ ὡραῖο εἶναι ἀνάξιο λόγου. Μετὰ ἀπὸ τὰ ἐπιτηδεύματα νὰ ὁδηγηθεῖ πρὸς τὶς ἐπιστῆμες, γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ κάλλος τῶν ἐπιστημῶν, καὶ βλέποντας πρὸς τὴν ἀφθονία τοῦ ὡραίου, νὰ μὴν ξαναενδιαφερθεῖ γι᾿ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν στὸ ἕνα, ἀγαπῶντας τὸ κάλλος ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ ἤ κάποιου ἀνθρώπου ἤ ἑνὸς ἐπιτηδεύματος, ὅπως ὁ ζητιάνος ποὺ εἶναι ἄθλιος καὶ μικροπρεπής, ἀλλὰ στρέφοντας καὶ ἀτενίζοντας πρὸς τὸ ἀπέραντο πέλαγος τοῦ ὡραίου νὰ τίκτει λόγους ὡραίους καὶ μεγαλοπρεπεῖς καὶ σκέψεις μὲ φιλοσοφικὸ περιεχόμενο. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ πρέπει νὰ παραμείνει γιὰ νὰ δυναμώσει καὶ νὰ ὡριμάσει, μέχρι νὰ καταφέρει νὰ δεῖ κάποια ἐπιστήμη ποὺ εἶναι μία καὶ μοναδική, δηλαδὴ τὴν ἐπιστήμη ποὺ ἀναφέρεται σ᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ὡραῖο.
Προσπάθησε ὅμως, ὅσο σοῦ εἶναι δυνατόν, νὰ δώσεις ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸ συλλογισμὸ μου.

    ΚΕΦ. 29.   Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ θὰ διαπαιδαγωγηθεῖ στὰ ἐρωτικὰ μυστήρια μέχρι αὐτὸ τὸ σημεῖο, παρακολουθῶντας διαδοχικὰ καὶ μὲ σωστὸ τρόπο τὰ ὡραῖα, ὅταν θὰ ἔχει φθάσει ἤδη στὸ τέλος τῶν ἐρωτικῶν, ξαφνικὰ θὰ ἀντικρύσει κάτι ἐκπληκτικὰ ὡραῖο ὡς πρὸς τὴν φύση, αὐτὸ ἀκριβῶς, Σωκράτη, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου προηγήθηκαν καὶ ὅλες οἱ ἐπίπονες προσπάθειες, τὸ ὁποῖο κατ᾿ ἀρχὴν ὑπάρχει αἰώνια καὶ οὔτε γίνεται οὔτε χάνεται, οὔτε αὐξάνεται οὔτε ἐλαττώνεται, ἔπειτα δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ μιὰ ὡραῖο κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄσχημο, οὔτε ἄλλοτε μὲν εἶναι ὡραῖο καὶ ἄλλοτε ὄχι, οὔτε σὲ σχέση μὲ τὸ ὡραῖο, οὔτε σὲ σχέση μὲ τὸ ἄσχημο. Οὔτε ἀλλοῦ εἶναι ὡραῖο κι ἀλλοῦ ἄσχημο, οὔτε γιὰ κάποιους εἶναι ὡραῖο καὶ γιὰ κάποιους ἄσχημο, οὔτε πάλι τὸ ὡραῖο θὰ τοῦ φανεῖ ὅτι μοιάζει μὲ κάποιο πρόσωπο οὔτε μὲ χέρια οὔτε μὲ κανένα ἄλλο ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔχει τὸ σῶμα, οὔτε σὰν κάποιος λόγος οὔτε σὰν κάποια ἐπιστήμη, οὔτε σὰν κάτι ποὺ ὑπάρχει μέσα σὲ ἄλλο, ὅπως γιὰ παράδειγμα μέσα σὲ ζῶο ἤ μέσα στὴ γῆ ἤμέσα στὸν οὐρανὸ ἤ μέσα σὲ κάποιο ἄλλο, ἀλλὰ αὐτὸ καθ’ αὑτὸ μεθ’ αὑτοῦ μονοειδὲς, ποὺ ὑπάρχει αἰώνια· ἐνῶ ὅλα τὰ ἄλλα ὡραῖα συμμετέχουν σ᾿ ἐκεῖνο μὲ ἕνα τέτοιο τρόπο, ὥστε ὅταν τὰ ἄλλα γίνονται καὶ χάνονται, ἐκεῖνο νὰ μὴ γίνεται καθόλου περισσότερο ἤ λιγότερο, οὔτε νὰ παθαίνει τίποτα ἄλλο· κάποιος λοιπὸν ποὺ ξεκινᾷ ἀπ᾿ αὐτὰ γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ μὲ τὸ σωστὸ τρόπο στὴν παιδεραστία, ὅταν ἀρχίσει νὰ ἀντικρύζει ἐκεῖνο τὸ ὡραῖο, τότε σχεδὸν ἀγγίζει τὸ τέλειο. Αὐτὸ σημαίνει τὸ νὰ προσεγγίσει κάποιος μὲ τὸ σωστὸ τρόπο τὰ ἐρωτικὰ ἤ νὰ ὁδηγηθεῖ ἀπὸ ἄλλον· ἀρχίζοντας δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ἐδῶ ὡραῖα, πάντα νὰ ἐπανέρχεται ἐξ αἰτίας ἐκείνου τοῦ ὡραίου, ἀκριβῶς σὰν νὰ χρησιμοποιεῖ σκαλοπάτια, ἀπὸ τὸ ἕνα στὰ δύο καὶ ἀπὸ τὰ δύο σὲ ὅλα τὰ ὡραῖα σώματα, καὶ ἀπὸ τὰ ὡραῖα σώματα στὰ ὡραῖα ἐπιτηδεύματα, καὶ ἀπὸ τὰ ὡραῖα ἐπιτηδεύματα στὰ ὡραῖα μαθήματα, ὥσπου ἀπὸ τὰ μαθήματα νὰ καταλήξει σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι μάθημα κανενὸς ἄλλου ἐκτὸς ἐκείνου τοῦ ἴδιου τοῦ ὡραίου, καὶ καταλήγοντας, νὰ γνωρίσει αὐτὸ ποὺ εἶναι πραγματικὰ ὡραῖο. Σ᾿ αὐτὴ τὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς, ἀγαπητὲ φίλε Σωκράτη, ὅσο σὲ καμμιὰ ἄλλη, ἀξίζει νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἀντικρύσει αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ ὡραῖο, τὸ ὁποῖο ἐὰν τύχει κάποτε νὰ τὸ δεῖς, οὔτε σὰν τὸ χρυσάφι θὰ σοῦ φανεῖ ὅτι εἶναι οὔτε σὰν τὴ φορεσιὰ οὔτε σὰν τὰ ὡραῖα παιδιὰ καὶ τοὺς νεαρούς, τοὺς ὁποίους βλέποντας τώρα ἔχεις μείνει ἔκπληκτος καὶ εἶσαι ἕτοιμος καὶ σὺ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἂν ἦταν δυνατὸν, οὔτε νὰ τρῶτε οὔτε νὰ πίνετε, ἀλλὰ μόνο νὰ τοὺς βλέπετε καὶ νὰ εἶστε συνεχῶς ἀνάμεσά τους. ῾Επομένως, τὶ θὰ σκεφτόμαστε, ἐὰν σὲ κάποιον δινόταν ἡ εὐκαιρία νὰ δεῖ τὸ ὡραῖο μὲεὐκρίνεια, καθαρό, ἄμικτο, ὄχι ὅμως πλυμμηρισμένο μὲ ἀνθρώπινες σάρκες καὶ χρώματα καὶ ἄλλα παρόμοια θνητὰ στολίδια, ἀλλὰ μποροῦσε νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ θεϊκὸ ὡραῖο, δηλαδὴ τὸ μ ο ν ο ε ι δ έ ς ; Μήπως νομίζεις ὅτι γίνεται ἄσχημη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ βλέπει πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ μάλιστα ἐκεῖνο πρὸς τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ προσηλώνεται καὶ νὰ συνυπάρχει μὲ αὐτό; Ἤ μήπως δὲν θυμᾶσαι ὅτι μόνο ἐδῶ ἐπιτρέπεται στὸ ὡραῖο νὰ γεννηθεῖ, ἀπὸ ὅποιον τὸ βλέπει μ᾿ αὐτὸ ποὺ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ δεῖ τὸ ὡραῖο (δηλαδὴ μὲ τὴν ψυχή), μὲ τὸ νὰ τίκτει ὄχι εἴδωλα ἀρετῆς, διότι δὲν ἔχει ἐπαφὴ μὲ εἴδωλα, ἀλλὰ ἀληθινὴ ἀρετή, ἐπειδὴ ἐφάπτεται μὲ τὴν ἀλήθεια; Ἤ μήπως ξεχνᾶς ὅτι ἐκεῖνος ποὺ τίκτει καὶ ἀνατρέφει ἀληθινὴ ἀρετὴ, ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ γίνει ἀγαπητὸς στοὺς θεοὺς καὶ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο ἄνθρωπο ἀθάνατος;

Καὶ στὴ συνέχεια, ὁ Σωκράτης εἶπε: Αὐτὰ λοιπόν, ἀγαπητὲ Φαῖδρε καὶ σεῖς οἱ ἄλλοι, εἶπε ἡ Διοτίμα κι ἐγὼ ἔχω πεισθεῖ· καὶ ἐπειδὴ ἔχω πεισθεῖ, προσπαθῶ νὰ πείθω καὶ τοὺς ἄλλους, ὅτι γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀθανασίας, ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν θὰ βρεῖ καλύτερο συνεργάτη ἀπὸ τὸν Ἔρωτα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ λέω βέβαια ὅτι κάθε ἄνδρας ἐπιβάλλεται νὰ τιμᾷ τὸν Ἔρωτα, κι ἐγὼ τιμῶ τὰ ἐρωτικὰ καὶ τὰ ἀσκῶ μὲ ἰδιαίτερη φροντίδα ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους παρακινῶ· καὶ ὄχι μόνο τώρα, ἀλλὰ πάντα ἐγκωμιάζω, ὅσο μπορῶ, τὴ δύναμη καὶ τὴν ἀνδρεία τοῦ Ἔρωτα. Ἂν θέλεις λοιπόν, ἀγαπητὲ Φαῖδρε, θεώρησε ὅτι αὐτὸς ὁ λόγος ἔχει εἶπωθεῖ σὰν ἐγκώμιο γιὰ τὸν Ἔρωτα, ἀλλοιῶς δῶσ᾿ του ὅποιο ὄνομα σοῦ ἀρέσει.

Αρχαίο Κείμενο

XXII. [201d] Καὶ σὲ μέν γε ἤδη ἐάσω· τὸν δὲ λόγον τὸν περὶ τοῦ Ἔρωτος, ὅν ποτ᾽ ἤκουσα γυναικὸς Μαντινικῆς Διοτίμας, ἣ ταῦτά τε σοφὴ ἦν καὶ ἄλλα πολλά, καὶ Ἀθηναίοις ποτὲ θυσαμένοις πρὸ τοῦ λοιμοῦ δέκα ἔτη ἀναβολὴν ἐποίησε τῆς νόσου, ἣ δὴ καὶ ἐμὲ τὰ ἐρωτικὰ ἐδίδαξεν,— ὃν οὖν ἐκείνη ἔλεγε λόγον, πειράσομαι ὑμῖν διελθεῖν ἐκ τῶν ὡμολογημένων ἐμοὶ καὶ Ἀγάθωνι, αὐτὸς ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ, ὅπως ἂν δύνωμαι. δεῖ δή, ὦ Ἀγάθων, ὥσπερ σὺ διηγήσω, διελθεῖν [201e] αὐτὸν πρῶτον, τίς ἐστιν ὁ Ἔρως καὶ ποῖός τις, ἔπειτα τὰ ἔργα αὐτοῦ. δοκεῖ οὖν μοι ῥᾷστον εἶναι οὕτω διελθεῖν, ὥς ποτέ με ἡ ξένη ἀνακρίνουσα διῄει. σχεδὸν γάρ τι καὶ ἐγὼ πρὸς αὐτὴν ἕτερα τοιαῦτα ἔλεγον οἷάπερ νῦν πρὸς ἐμὲ Ἀγάθων, ὡς εἴη ὁ Ἔρως μέγας θεός, εἴη δὲ τῶν καλῶν· ἤλεγχε δή με τούτοις τοῖς λόγοις οἷσπερ ἐγὼ τοῦτον, ὡς οὔτε καλὸς εἴη κατὰ τὸν ἐμὸν λόγον οὔτε ἀγαθός. καὶ ἐγώ, Πῶς λέγεις, ἔφην, ὦ Διοτίμα; αἰσχρὸς ἄρα ὁ Ἔρως ἐστὶ καὶ κακός; καὶ ἥ, Οὐκ εὐφημήσεις; ἔφη· ἢ οἴει, ὅτι ἂν μὴ καλὸν ᾖ, ἀναγκαῖον αὐτὸ εἶναι αἰσχρόν; [202a] Μάλιστά γε. Ἦ καὶ ἂν μὴ σοφόν, ἀμαθές; ἢ οὐκ ᾔσθησαι ὅτι ἔστιν τι μεταξὺ σοφίας καὶ ἀμαθίας; Τί τοῦτο; Τὸ ὀρθὰ δοξάζειν καὶ ἄνευ τοῦ ἔχειν λόγον δοῦναι οὐκ οἶσθ᾽, ἔφη, ὅτι οὔτε ἐπίστασθαί ἐστιν (ἄλογον γὰρ πρᾶγμα πῶς ἂν εἴη ἐπιστήμη;) οὔτε ἀμαθία (τὸ γὰρ τοῦ ὄντος τυγχάνον πῶς ἂν εἴη ἀμαθία;) ἔστι δὲ δή που τοιοῦτον ἡ ὀρθὴ δόξα, μεταξὺ φρονήσεως καὶ ἀμαθίας. Ἀληθῆ, ἦν δ᾽ ἐγώ, λέγεις. [202b] Μὴ τοίνυν ἀνάγκαζε ὃ μὴ καλόν ἐστιν αἰσχρὸν εἶναι, μηδὲ ὃ μὴ ἀγαθόν, κακόν. οὕτω δὲ καὶ τὸν Ἔρωτα ἐπειδὴ αὐτὸς ὁμολογεῖς μὴ εἶναι ἀγαθὸν μηδὲ καλόν, μηδέν τι μᾶλλον οἴου δεῖν αὐτὸν αἰσχρὸν καὶ κακὸν εἶναι, ἀλλά τι μεταξύ, ἔφη, τούτοιν. Καὶ μήν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὁμολογεῖταί γε παρὰ πάντων μέγας θεὸς εἶναι; Τῶν μὴ εἰδότων, ἔφη, πάντων λέγεις, ἢ καὶ τῶν εἰδότων; Ξυμπάντων μὲν οὖν. καὶ ἣ γελάσασα· Καὶ πῶς ἄν, ἔφη, ὦ Σώκρατες, [202c] ὁμολογοῖτο μέγας θεὸς εἶναι παρὰ τούτων, οἵ φασιν αὐτὸν οὐδὲ θεὸν εἶναι; Τίνες οὗτοι; ἦν δ᾽ ἐγώ. Εἷς μέν, ἔφη, σύ, μία δ᾽ ἐγώ. κἀγὼ εἶπον· Πῶς τοῦτο, ἔφην, λέγεις; καὶ ἥ, Ῥᾳδίως, ἔφη. λέγε γάρ μοι, οὐ πάντας θεοὺς φῂς εὐδαίμονας εἶναι καὶ καλούς; ἢ τολμήσαις ἄν τινα μὴ φάναι καλόν τε καὶ εὐδαίμονα θεῶν εἶναι; Μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽, ἔφην. Εὐδαίμονας δὲ δὴ λέγεις οὐ τοὺς τἀγαθὰ καὶ τὰ καλὰ κεκτημένους; Πάνυ γε. [202d] Ἀλλὰ μὴν Ἔρωτά γε ὡμολόγηκας δι᾽ ἔνδειαν τῶν ἀγαθῶν καὶ καλῶν ἐπιθυμεῖν αὐτῶν τούτων ὧν ἐνδεής ἐστιν. Ὡμολόγηκα γάρ. Πῶς ἂν οὖν θεὸς εἴη ὅ γε τῶν καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἄμοιρος; Οὐδαμῶς, ὥς γ᾽ ἔοικεν. Ὁρᾷς οὖν, ἔφη, ὅτι καὶ σὺ ἔρωτα οὐ θεὸν νομίζεις;

          XXIII. Τί οὖν ἄν, ἔφην, εἴη ὁ Ἔρως; θνητός; Ἥκιστά γε. Ἀλλὰ τί μήν; Ὥσπερ τὰ πρότερα, ἔφη, μεταξὺ θνητοῦ καὶ ἀθανάτου. Τί οὖν, ὦ Διοτίμα; Δαίμων μέγας, ὦ Σώκρατες· καὶ γὰρ πᾶν τὸ δαιμόνιον [202e] μεταξύ ἐστι θεοῦ τε καὶ θνητοῦ. Τίνα, ἦν δ᾽ ἐγώ, δύναμιν ἔχον; Ἑρμηνεῦον καὶ διαπορθμεῦον θεοῖς τὰ παρ᾽ ἀνθρώπων καὶ ἀνθρώποις τὰ παρὰ θεῶν, τῶν μὲν τὰς δεήσεις καὶ θυσίας, τῶν δὲ τὰς ἐπιτάξεις τε καὶ ἀμοιβὰς τῶν θυσιῶν, ἐν μέσῳ δὲ ὂν ἀμφοτέρων συμπληροῖ, ὥστε τὸ πᾶν αὐτὸ αὑτῷ ξυνδεδέσθαι. διὰ τούτου καὶ ἡ μαντικὴ πᾶσα χωρεῖ καὶ ἡ τῶν ἱερέων τέχνη τῶν τε περὶ τὰς θυσίας καὶ τελετὰς [203a] καὶ τὰς ἐπῳδὰς καὶ τὴν μαντείαν πᾶσαν καὶ γοητείαν. θεὸς δὲ ἀνθρώπῳ οὐ μίγνυται, ἀλλὰ διὰ τούτου πᾶσά ἐστιν ἡ ὁμιλία καὶ ἡ διάλεκτος θεοῖς πρὸς ἀνθρώπους, καὶ ἐγρηγορόσι καὶ καθεύδουσι· καὶ ὁ μὲν περὶ τὰ τοιαῦτα σοφὸς δαιμόνιος ἀνήρ, ὁ δὲ ἄλλο τι σοφὸς ὢν ἢ περὶ τέχνας ἢ χειρουργίας τινὰς βάναυσος. οὗτοι δὴ οἱ δαίμονες πολλοὶ καὶ παντοδαποί εἰσιν, εἷς δὲ τούτων ἐστὶ καὶ ὁ Ἔρως. Πατρὸς δέ, ἦν δ᾽ ἐγώ, τίνος ἐστὶ καὶ μητρός; [203b] Μακρότερον μέν, ἔφη, διηγήσασθαι· ὅμως δέ σοι ἐρῶ. ὅτε γὰρ ἐγένετο ἡ Ἀφροδίτη, εἱστιῶντο οἱ θεοὶ οἵ τε ἄλλοι καὶ ὁ τῆς Μήτιδος ὑὸς Πόρος. ἐπειδὴ δὲ ἐδείπνησαν, προσαιτήσουσα οἷον δὴ εὐωχίας οὔσης ἀφίκετο ἡ Πενία, καὶ ἦν περὶ τὰς θύρας. ὁ οὖν Πόρος μεθυσθεὶς τοῦ νέκταρος, οἶνος γὰρ οὔπω ἦν, εἰς τὸν τοῦ Διὸς κῆπον εἰσελθὼν βεβαρημένος ηὗδεν. ἡ οὖν Πενία ἐπιβουλεύουσα διὰ τὴν αὑτῆς ἀπορίαν παιδίον ποιήσασθαι ἐκ τοῦ Πόρου, κατακλίνεταί [203c] τε παρ᾽ αὐτῷ καὶ ἐκύησε τὸν ἔρωτα. διὸ δὴ καὶ τῆς Ἀφροδίτης ἀκόλουθος καὶ θεράπων γέγονεν ὁ Ἔρως, γεννηθεὶς ἐν τοῖς ἐκείνης γενεθλίοις, καὶ ἅμα φύσει ἐραστὴς ὢν περὶ τὸ καλὸν καὶ τῆς Ἀφροδίτης καλῆς οὔσης. ἅτε οὖν Πόρου καὶ Πενίας ὑὸς ὢν ὁ Ἔρως ἐν τοιαύτῃ τύχῃ καθέστηκεν. πρῶτον μὲν πένης ἀεί ἐστι, καὶ πολλοῦ δεῖ ἁπαλός τε καὶ καλός, οἷον οἱ πολλοὶ οἴονται, ἀλλὰ σκληρὸς [203d] καὶ αὐχμηρὸς καὶ ἀνυπόδητος καὶ ἄοικος, χαμαιπετὴς ἀεὶ ὢν καὶ ἄστρωτος, ἐπὶ θύραις καὶ ἐν ὁδοῖς ὑπαίθριος κοιμώμενος, τὴν τῆς μητρὸς φύσιν ἔχων, ἀεὶ ἐνδείᾳ ξύνοικος. κατὰ δὲ αὖ τὸν πατέρα ἐπίβουλός ἐστι τοῖς καλοῖς καὶ τοῖς ἀγαθοῖς, ἀνδρεῖος ὢν καὶ ἴτης καὶ σύντονος, θηρευτὴς δεινός, ἀεί τινας πλέκων μηχανάς, καὶ φρονήσεως ἐπιθυμητὴς καὶ πόριμος, φιλοσοφῶν διὰ παντὸς τοῦ βίου, δεινὸς γόης καὶ φαρμακεὺς καὶ σοφιστής· καὶ οὔτε ὡς [203e] ἀθάνατος πέφυκεν οὔτε ὡς θνητός, ἀλλὰ τοτὲ μὲν τῆς αὐτῆς ἡμέρας θάλλει τε καὶ ζῇ, ὅταν εὐπορήσῃ, τοτὲ δὲ ἀποθνῄσκει, πάλιν δὲ ἀναβιώσκεται διὰ τὴν τοῦ πατρὸς φύσιν, τὸ δὲ ποριζόμενον ἀεὶ ὑπεκρεῖ· ὥστε οὔτε ἀπορεῖ Ἔρως ποτὲ οὔτε πλουτεῖ, σοφίας τε αὖ καὶ ἀμαθίας ἐν μέσῳ ἐστίν. [204a] ἔχει γὰρ ὧδε. θεῶν οὐδεὶς φιλοσοφεῖ οὐδ᾽ ἐπιθυμεῖ σοφὸς γενέσθαι· ἔστι γάρ· οὐδ᾽ εἴ τις ἄλλος σοφός, οὐ φιλοσοφεῖ· οὐδ᾽ αὖ οἱ ἀμαθεῖς φιλοσοφοῦσιν οὐδ᾽ ἐπιθυμοῦσι σοφοὶ γενέσθαι· αὐτὸ γὰρ τοῦτό ἐστι χαλεπὸν ἀμαθία, τὸ μὴ ὄντα καλὸν κἀγαθὸν μηδὲ φρόνιμον δοκεῖν αὑτῷ εἶναι ἱκανόν· οὔκουν ἐπιθυμεῖ ὁ μὴ οἰόμενος ἐνδεὴς εἶναι οὗ ἂν μὴ οἴηται ἐπιδεῖσθαι. Τίνες οὖν, ἔφην ἐγώ, ὦ Διοτίμα, οἱ φιλοσοφοῦντες, εἰ μήτε οἱ σοφοὶ μήτε οἱ ἀμαθεῖς; [204b] Δῆλον δή, ἔφη, τοῦτό γε ἤδη καὶ παιδί, ὅτι οἱ μεταξὺ τούτων ἀμφοτέρων, ὧν αὖ καὶ ὁ Ἔρως. ἔστι γὰρ δὴ τῶν καλλίστων ἡ σοφία, Ἔρως δ᾽ ἐστὶν ἔρως περὶ τὸ καλόν, ὥστε ἀναγκαῖον Ἔρωτα φιλόσοφον εἶναι, φιλόσοφον δὲ ὄντα μεταξὺ εἶναι σοφοῦ καὶ ἀμαθοῦς. αἰτία δὲ αὐτῷ καὶ τούτων ἡ γένεσις· πατρὸς μὲν γὰρ σοφοῦ ἐστί καὶ εὐπόρου, μητρὸς δὲ οὐ σοφῆς καὶ ἀπόρου· ἡ μὲν οὖν φύσις τοῦ δαίμονος, ὦ φίλε Σώκρατες, αὕτη· ὃν δὲ σὺ ᾠήθης Ἔρωτα [204c] εἶναι, θαυμαστὸν οὐδὲν ἔπαθες. ᾠήθης δέ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ τεκμαιρομένῃ ἐξ ὧν σὺ λέγεις, τὸ ἐρώμενον Ἔρωτα εἶναι, οὐ τὸ ἐρῶν· διὰ ταῦτά σοι οἶμαι πάγκαλος ἐφαίνετο ὁ Ἔρως. καὶ γὰρ ἔστι τὸ ἐραστὸν τὸ τῷ ὄντι καλὸν καὶ ἁβρὸν καὶ τέλεον καὶ μακαριστόν· τὸ δέ γε ἐρῶν ἄλλην ἰδέαν τοιαύτην ἔχον, οἵαν ἐγὼ διῆλθον.

          XXIV. Καὶ ἐγὼ εἶπον· Εἶεν δή, ὦ ξένη· καλῶς γὰρ λέγεις· τοιοῦτος ὢν ὁ Ἔρως τίνα χρείαν ἔχει τοῖς ἀνθρώποις; [204d] Τοῦτο δὴ μετὰ ταῦτ᾽, ἔφη, ὦ Σώκρατες, πειράσομαί σε διδάξαι. ἔστι μὲν γὰρ δὴ τοιοῦτος καὶ οὕτω γεγονὼς ὁ Ἔρως, ἔστι δὲ τῶν καλῶν, ὡς σὺ φῄς. εἰ δέ τις ἡμᾶς ἔροιτο· τί τῶν καλῶν ἐστιν ὁ Ἔρως, ὦ Σώκρατές τε καὶ Διοτίμα; ὧδε δὲ σαφέστερον ἐρῶ· ὁ ἐρῶν τῶν καλῶν τί ἐρᾷ; καὶ ἐγὼ εἶπον ὅτι· Γενέσθαι αὑτῷ. Ἀλλ᾽ ἐπιποθεῖ, ἔφη, ἡ ἀπόκρισις ἐρώτησιν τοιάνδε· τί ἔσται ἐκείνῳ ᾧ ἂν γένηται τὰ καλά; Οὐ πάνυ ἔφην ἔτι ἔχειν ἐγὼ πρὸς ταύτην τὴν ἐρώτησιν προχείρως ἀποκρίνασθαι. [204e] Ἀλλ᾽, ἔφη, ὥσπερ ἂν εἴ τις μεταβαλὼν ἀντὶ τοῦ καλοῦ τῷ ἀγαθῷ χρώμενος πυνθάνοιτο· φέρε, ὦ Σώκρατες, ἐροιτο· ὁ ἐρῶν τῶν ἀγαθῶν· τί ἐρᾷ; Γενέσθαι, ἦν δ᾽ ἐγώ, αὑτῷ. Καὶ τί ἔσται ἐκείνῳ ᾧ ἂν γένηται τἀγαθά; Τοῦτ᾽ εὐπορώτερον, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἔχω ἀποκρίνασθαι, ὅτι εὐδαίμων ἔσται. [205a] Κτήσει γάρ, ἔφη, ἀγαθῶν οἱ εὐδαίμονες εὐδαίμονες, καὶ οὐκέτι προσδεῖ ἐρέσθαι ἵνα τί δὲ βούλεται εὐδαίμων εἶναι ὁ βουλόμενος, ἀλλὰ τέλος δοκεῖ ἔχειν ἡ ἀπόκρισις. Ἀληθῆ λέγεις, εἶπον ἐγώ. Ταύτην δὴ τὴν βούλησιν καὶ τὸν ἔρωτα τοῦτον πότερα κοινὸν οἴει εἶναι πάντων ἀνθρώπων, καὶ πάντας τἀγαθὰ βούλεσθαι αὑτοῖς εἶναι ἀεί, ἢ πῶς λέγεις; Οὕτως, ἦν δ᾽ ἐγώ· κοινὸν εἶναι πάντων. Τί δὴ οὖν, ἔφη, ὦ Σώκρατες, οὐ πάντας ἐρᾶν φαμέν, [205b] εἴπερ γε πάντες τῶν αὐτῶν ἐρῶσι καὶ ἀεί, ἀλλά τινάς φαμεν ἐρᾶν, τοὺς δ᾽ οὔ; Θαυμάζω, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ αὐτός. Ἀλλὰ μὴ θαύμαζ᾽, ἔφη· ἀφελόντες γὰρ ἄρα τοῦ ἔρωτός τι εἶδος ὀνομάζομεν, τὸ τοῦ ὅλου ἐπιτιθέντες ὄνομα, ἔρωτα, τὰ δὲ ἄλλα ἄλλοις καταχρώμεθα ὀνόμασιν. Ὥσπερ τί; ἦν δ᾽ ἐγώ. Ὥσπερ τόδε, οἶσθ᾽ ὅτι ποίησίς ἐστί τι πολύ· ἡ γάρ τοι ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ ὂν ἰόντι ὁτῳοῦν αἰτία πᾶσά ἐστι [205c] ποίησις, ὥστε καὶ αἱ ὑπὸ πάσαις ταῖς τέχναις ἐργασίαι ποιήσεις εἰσὶ καὶ οἱ τούτων δημιουργοὶ πάντες ποιηταί. Ἀληθῆ λέγεις. Ἀλλ᾽ ὅμως, ἦ δ᾽ ἥ, οἶσθ᾽ ὅτι οὐ καλοῦνται ποιηταὶ ἀλλὰ ἄλλα ἔχουσιν ὀνόματα, ἀπὸ δὲ πάσης τῆς ποιήσεως ἓν μόριον ἀφορισθὲν τὸ περὶ τὴν μουσικὴν καὶ τὰ μέτρα τῷ τοῦ ὅλου ὀνόματι προσαγορεύεται. ποίησις γὰρ τοῦτο μόνον καλεῖται, καὶ οἱ ἔχοντες τοῦτο τὸ μόριον τῆς ποιήσεως ποιηταί. Ἀληθῆ λέγεις, ἔφην. [205d] Οὕτω τοίνυν καὶ περὶ τὸν ἔρωτα· τὸ μὲν κεφάλαιόν ἐστι πᾶσα ἡ τῶν ἀγαθῶν ἐπιθυμία καὶ τοῦ εὐδαιμονεῖν, ὁ μέγιστός τε καὶ δολερὸς ἔρως παντί· ἀλλ᾽ οἱ μὲν ἄλλῃ τρεπόμενοι πολλαχῇ ἐπ᾽ αὐτόν, ἢ κατὰ χρηματισμὸν ἢ κατὰ φιλογυμναστίαν ἢ κατὰ φιλοσοφίαν, οὔτε ἐρᾶν καλοῦνται οὔτ᾽ ἐρασταί, οἱ δὲ κατὰ ἕν τι εἶδος ἰόντες τε καὶ ἐσπουδακότες τὸ τοῦ ὅλου ὄνομα ἴσχουσιν, ἔρωτά τε καὶ ἐρᾶν καὶ ἐρασταί. Κινδυνεύεις ἀληθῆ, ἔφην ἐγώ, λέγειν. Καὶ λέγεται μέν γέ τις, ἔφη, λόγος, ὡς οἳ ἂν τὸ ἥμισυ [205e] ἑαυτῶν ζητῶσιν, οὗτοι ἐρῶσιν· ὁ δ᾽ ἐμὸς λόγος οὔτε ἡμίσεός φησιν εἶναι τὸν ἔρωτα οὔτε ὅλου, ἐὰν μὴ τυγχάνῃ γέ που, ὦ ἑταῖρε, ἀγαθὸν ὄν· ἐπεὶ αὑτῶν γε καὶ πόδας καὶ χεῖρας ἐθέλουσιν ἀποτέμνεσθαι οἱ ἄνθρωποι, ἐὰν αὐτοῖς δοκῇ τὰ ἑαυτῶν πονηρὰ εἶναι. οὐ γὰρ τὸ ἑαυτῶν οἶμαι ἕκαστοι ἀσπάζονται, εἰ μὴ εἴ τις τὸ μὲν ἀγαθὸν οἰκεῖον καλεῖ καὶ ἑαυτοῦ, τὸ δὲ κακὸν ἀλλότριον· ὡς οὐδέν γε ἄλλο ἐστὶν οὗ [206a] ἐρῶσιν ἅνθρωποι ἢ τοῦ ἀγαθοῦ. ἢ σοὶ δοκοῦσιν; Μὰ Δί᾽ οὐκ ἔμοιγε, ἦν δ᾽ ἐγώ. Ἆρ᾽ οὖν, ἦ δ᾽ ἥ, οὕτως ἁπλοῦν ἐστι λέγειν ὅτι οἱ ἄνθρωποι τἀγαθοῦ ἐρῶσιν; Ναί, ἔφην. Τί δέ; οὐ προσθετέον, ἔφη, ὅτι καὶ εἶναι τὸ ἀγαθὸν αὑτοῖς ἐρῶσιν; Προσθετέον. Ἆρ᾽ οὖν, ἔφη, καὶ οὐ μόνον εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἀεὶ εἶναι; Καὶ τοῦτο προσθετέον. Ἔστιν ἄρα συλλήβδην, ἔφη, ὁ ἔρως τοῦ τὸ ἀγαθὸν αὑτῷ εἶναι ἀεί. Ἀληθέστατα, ἔφην ἐγώ, λέγεις.

          XXV. [206b] Ὅτε δὴ τούτου ὁ ἔρως ἐστὶν ἀεί, ἦ δ᾽ ἥ, τῶν τίνα τρόπον διωκόντων αὐτὸ καὶ ἐν τίνι πράξει ἡ σπουδὴ καὶ ἡ ξύντασις ἔρως ἂν καλοῖτο; τί τοῦτο τυγχάνει ὂν τὸ ἔργον; ἔχεις εἰπεῖν; Οὐ μεντ᾽ ἂν σέ, ἔφην ἐγώ, ὦ Διοτίμα, ἐθαύμαζον ἐπὶ σοφίᾳ καὶ ἐφοίτων παρὰ σὲ αὐτὰ ταῦτα μαθησόμενος. Ἀλλ᾽ ἐγώ σοι, ἔφη, ἐρῶ. ἔστι γὰρ τοῦτο τόκος ἐν καλῷ καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν. Μαντείας, ἦν δ᾽ ἐγώ, δεῖται ὅτι ποτε λέγεις, καὶ οὐ μανθάνω. [206c] Ἀλλ᾽ ἐγώ, ἦ δ᾽ ἥ, σαφέστερον ἐρῶ. κυοῦσιν γάρ, ἔφη, ὦ Σώκρατες, πάντες ἄνθρωποι καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν, καὶ ἐπειδὰν ἔν τινι ἡλικίᾳ γένωνται, τίκτειν ἐπιθυμεῖ ἡμῶν ἡ φύσις. τίκτειν δὲ ἐν μὲν αἰσχρῷ οὐ δύναται, ἐν δὲ τῷ καλῷ. ἡ γὰρ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς συνουσία τόκος ἐστίν. ἔστι δὲ τοῦτο θεῖον τὸ πρᾶγμα, καὶ τοῦτο ἐν θνητῷ ὄντι τῷ ζῴῳ ἀθάνατον ἔνεστιν, ἡ κύησις καὶ ἡ γέννησις. τὰ δὲ ἐν τῷ ἀναρμόστῳ ἀδύνατον γενέσθαι. [206d] ἀνάρμοστον δ᾽ ἐστὶ τὸ αἰσχρὸν παντὶ τῷ θείῳ, τὸ δὲ καλὸν ἁρμόττον. Μοῖρα οὖν καὶ Εἰλείθυια ἡ Καλλονή ἐστι τῇ γενέσει. διὰ ταῦτα ὅταν μὲν καλῷ προσπελάζῃ τὸ κυοῦν, ἵλεών τε γίγνεται καὶ εὐφραινόμενον διαχεῖται καὶ τίκτει τε καὶ γεννᾷ· ὅταν δὲ αἰσχρῷ, σκυθρωπόν τε καὶ λυπούμενον συσπειρᾶται καὶ ἀποτρέπεται καὶ ἀνείλλεται καὶ οὐ γεννᾷ, ἀλλὰ ἴσχον τὸ κύημα χαλεπῶς φέρει. ὅθεν δὴ τῷ κυοῦντί τε καὶ ἤδη σπαργῶντι πολλὴ ἡ πτοίησις γέγονε [206e] περὶ τὸ καλὸν διὰ τὸ μεγάλης ὠδῖνος ἀπολύειν τὸν ἔχοντα. ἔστιν γάρ, ὦ Σώκρατες, ἔφη, οὐ τοῦ καλοῦ ὁ ἔρως, ὡς σὺ οἴει. Ἀλλὰ τί μήν; Τῆς γεννήσεως καὶ τοῦ τόκου ἐν τῷ καλῷ. Εἶεν, ἦν δ᾽ ἐγώ. Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη. τί δὴ οὖν τῆς γεννήσεως; ὅτι ἀειγενές ἐστι καὶ ἀθάνατον ὡς θνητῷ ἡ γέννησις. ἀθανασίας [207a] δὲ ἀναγκαῖον ἐπιθυμεῖν μετὰ ἀγαθοῦ ἐκ τῶν ὡμολογημένων, εἴπερ τοῦ τἀγαθὸν ἑαυτῷ εἶναι ἀεὶ ἔρως ἐστίν. ἀναγκαῖον δὴ ἐκ τούτου τοῦ λόγου καὶ τῆς ἀθανασίας τὸν ἔρωτα εἶναι.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου