Function Disabled

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΔΑΙΜΟΝΙΟΝ


ΔΑΙΜΩΝ  «ως φαίη ο Σωκράτης το δαιμόνιον εαυτώ σημαίνειν»

Στην αρχαία εποχή η λέξη δαίμων και δαιμόνιο δεν είχε τη σημερινή σημασία. Περισσότερο χαρακτήριζε ένα πνεύμα της φύσης, μια οντότητα μεταξύ θεών και ανθρώπων. Πολλές φορές σήμαινε ένα προστατευτικό πνεύμα. Στον Μύθο του Ηρός στο δέκατο κεφάλαιο της Πολιτείας, ο Πλάτωνας εμφανίζει τις ανθρώπινες ψυχές να διαλέγουν το «δαίμονα», ο οποίος θα τις συνοδεύει στην επόμενη ζωή τους. Σήμερα θα λέγαμε το «φύλακα άγγελό» τους, μια και αυτό το ον θα συνοδεύει την κάθε ψυχή στην ενσάρκωσή της.

Στον Κρατύλο ο Πλάτωνας προσπαθώντας να δώσει την ετυμολογία της λέξης δαίμων. Θεωρεί ότι έχει σχέση με τη γνώση, τη σοφία και τη φρόνηση. Έτσι λέει ότι οι άνθρωποι του «χρυσού γένους», του Ησίοδου, ονομάζονται από τον ποιητή δαίμονες -πνεύματα αγνά- γιατί ήταν συνετοί και σοφοί (δαήμονες).

Με την επικράτηση του χριστιανισμού η λέξη δαίμων και δαιμόνιο αποκτούν τη σημερινή σημασία που είναι φορτισμένη αρνητικά. Αυτό έγινε, επειδή οι θεοί των αρχαίων, και γενικότερα όλα τα αόρατα όντα ανώτερα και κατώτερα στα οποία αναφέρονταν, θεωρήθηκαν κακοί και κακά. Όμως δεν υπάρχει καμία αναφορά που να δείχνει ότι ήταν έτσι. Θα είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια αν διακρίναμε ότι για τους αρχαίους το καλό και το κακό συνυπάρχουν και πιο πολύ έγκειται στον άνθρωπο να διαλέξει το καλό παρά το ότι για τα λάθη του ευθύνονται κακοποιοί δαίμονες. 

Πολύ περισσότερο μάλιστα στην περίπτωση του Σωκράτη όπου έχουμε έναν φιλόσοφο μεγάλου ύψους, με τεράστια διαλεκτική ικανότητα και παράδειγμα τρόπου ζωής και θανάτου. Κάτι άλλο λοιπόν συνέβαινε με το δαιμόνιο του Σωκράτη. Θα προσπαθήσουμε να το εξετάσουμε με βάση αυτά που γράφει ο Πλούταρχος στο βιβλίο, το «Περί Σωκράτους Δαιμονίου». Και μάλιστα έχοντας υπόψη ότι η τοποθέτηση του Πλούταρχου βρίσκεται πολύ κοντά στην εσωτερική άποψη της διαχρονικής εσωτερικής φιλοσοφίας (εσωτερισμού).

Τι ήταν όμως το δαιμόνιο του Σωκράτη; Πώς μπορούμε να το προσεγγίσουμε; Και πώς συμβιβαζόταν η επίδρασή του στον Σωκράτη, αφού όπως είναι γνωστό ο φιλόσοφός μας ήταν και ένας δάσκαλος της διαλεκτικής και έψαχνε την αλήθεια με λογική, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος.

Πάμπολλες  είναι η αναφορές του Σωκράτη για το Δαιμόνιο του
«… αντιλαμβάνομαι μέσα μου κάτι σαν σημείον θείον και υπερφυσικόν… Τούτο δε, το οποίον ήρχισεν από την παιδικήν μου ηλικίαν, είναι έν είδος φωνής, η οποία ομιλεί και πάντοτε μεν με αποτρέπει, από τούτο το οποίον μέλλω να πράξω, ουδέποτε δε με προτρέπει …» Πλάτωνος Απολογία του Σωκράτους



Αλλά και στην Απολογία του Ξενοφώντα είναι χαρακτηριστικό ότι στην Απολογία του επίσης κατά τον Ξενοφώντα ο Σωκράτης εμφανίζεται να λέει στους δικαστές «εξαγγείλας εις πολλούς εκ των φίλων μου τας συμβουλάς του θεού, ουδέποτε απεδείχθην ψευδόμενος» (Ξενοφώντος Απολογία Σωκράτους ΙΙ,13).

Κατά τον Σωκράτη το Δαιμόνιο του τον «απέτρεπε» από το να προβεί σε κάποια ενέργεια, ήτε τον προέτρεπε για κάποια άλλη ενέργεια.  Στην Απολογία του δε λέει ότι εκείνο το πρωίνο πηγαινοντας για το δικαστήριο το Δαιμόνιο του είχε εξαφανιστεί αλλίως αν ήταν να πάθει κάτι κακό θα τον είχε αποτρέψει…..εδω βλέπουμε την επίγνωση του Σωκράτη και την συνειδητοποίηση του ότι έτσι όφειλε να γίνει, όπως έτσι κι έγινε κι έμεινε ο Σοφότερος όλων και μετά Θάνατον.

Έτσι υπήρχε λοιπόν ένα πρόβλημα αρκετά έντονο για τους αρνητές ή επικριτές του δαιμονίου του Σωκράτη. Από τη μία το κατέκριναν από την άλλη όμως δεν είχε αποδειχθεί ποτέ ότι έλεγε ψέματα. Ο Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει την περίπτωση μιας μάχης στην Πάρνηθα: μια ομάδα ιππέων σκοτώθηκαν, γιατί δεν ακολούθησαν το δρόμο που τους οδηγούσε ο Σωκράτης. Το δαιμόνιο τον απέτρεπε να πάει από το δρόμο όπου φαίνεται ότι τους περίμεναν οι εχθροί. Όσοι δεν τον άκουσαν πήγαν από αυτόν το δρόμο και σκοτώθηκαν. Τότε, σημειώνει ο Πλούταρχος, έγινε πολύς θόρυβος στην Αθήνα για το δαιμόνιο  του Σωκράτη. Επίσης ο Σωκράτης είχε προαναγγείλει τη μεγάλη καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία.

Όμως ας επανέλθουμε στις αναφορές για το θέμα μας. Ο Ξενοφώντας εμφανίζει το δαιμόνιο του Σωκράτη ως έναν τρόπο μαντικής, με τον οποίο ήταν προικισμένος ο γέρο σειληνός φιλόσοφος. Το χάρισμα αυτό του το έδωσαν οι θεοί και -κατά τον Ξενοφώντα- πρέπει να το παραδεχθεί όποιος παραδέχεται και άλλους τρόπους μαντικής.

Όμως δεν αναφέρονται μόνο ο Ξενοφών και ο Πλούταρχος στο δαιμόνιο του Σωκράτη. Πάρα πολλές φορές αναφέρεται σ’ αυτό και ο θείος φιλόσοφος Πλάτωνας. Σαν άμεσος μαθητής του Σωκράτη δίνει αρκετές πληροφορίες για το θέμα από «πρώτο χέρι» όπως θα λέγαμε σήμερα. Μερικές είναι απλές αναφορές στο δαιμόνιο, το οποίο, ως συνήθως, δεν αφήνει το Σωκράτη να κάνει κάτι όπως: στον Ευθύδημο (272 Ε). Παρόμοια στον Φαίδρο (242 Β). Στο Θεαίτητο (151 Α) το δαιμόνιο εμφανίζεται σαν θεία φωνή που αποτρέπει το Σωκράτη σε κάποιες συναναστροφές.

Στην Πολιτεία (βιβλίο ΣΤ 496c) ο Σωκράτης εμφανίζεται να λέει ότι το φαινόμενο που εμφανίζεται σ’ αυτόν δεν έχει τύχει σε κανέναν άλλο.

«Τι πρέπει να παραδεχθώμεν, φίλτατέ μου, περί του δαιμονίου του Σωκράτους; Πρόκειται περί ψεύδους ή τι πρέπει να υποθέσωμεν; Διότι εκ των περί Πυθαγόρου λεγομένων περί μαντικών δυνάμεων, ουδέν μου εφάνη τόσο μέγα και θείον, (όσον τα περί Σωκράτην). Διότι απαράλλακτα όπως ο Όμηρος έχει ποιήσει την Αθηνάν, παρισταμένην παρά τον Οδυσσέα κατά τας παντοειδείς δυσκόλους περιστάσεις του βίου του, κατά τον αυτόν τρόπον φαίνεται ότι το δαιμόνιον επισυνήψεν εις τον Σωκράτην, εξ αρχής του βίου του, ως προηγεμόνα της οδού του βίου του, κάποιαν οπτασίαν, «η οποία  μόνη προπορευομένη ρίπτει φως» επί των αδήλων πραγμάτων και καθ’ ας περιστάσεις η ανθρώπινη φρόνησις δεν είναι επαρκής, ώστε δια του συλλογισμού να αποφανθή».

Με αυτό το απόσπασμα αρχίζουν σε αυτό το έργο του Πλουτάρχου οι συζητητές τον διάλογο προκειμένου να συμπεράνουν τι ήταν το δαιμόνιο του Σωκράτη. Ένας από τους συνομιλητές προσπαθεί να το τοποθετήσει στα μαντικά «σημεία» τα οποία δέχονταν οι αρχαίοι. Έτσι λέει ότι πρέπει να ήταν ή πταρμός ή «κληδών». Ο πταρμός ανάλογα με τον τρόπο και το χρόνο που γινόταν είχε κάποια σημασία για τους αρχαίους. Αυτό επέζησε μέχρι τις μέρες μας και στον απλό λαό κι έτσι όταν κάποιος πταρνίζεται του λένε ότι κάποιοι θα τον συζητούν. Ακόμα οι διάφορες «γητιές» που γίνονται για το «κακό μάτι» όταν συνοδεύονται από πταρμό θεωρείται ότι «πιάνουν». Στον Όμηρο (Οδύσσεια Ρ 545-550) διαβάζουμε:

Έτσι είπε κι ο Τηλέμαχος φταρνίστηκε με κρότο, που όλο το σπίτι αντήχησε.

Γέλασε η Πηνελόπη κι έτσι είπε ευτύς στον Εύμαιο με πεταχτά της λόγια «τρέχα, τον ξένο φώναξε και φερ’ τονε μπροστά μου.

Δεν είδες πώς φταρνίστηκε στα λόγια που είπα ο γιός μου;

Δοιλεί πώς χάρος άσφαλτος θα λάχει στους μνηστήρες!

Οι κληδόνες ήταν πάλι ήχοι,  λέξεις, φωνές ή φράσεις που θεωρούνταν σαν οιωνοί-προμηνύματα.* Όμως δεν γίνεται δεκτό ότι ο Σωκράτης θα καθοδηγούνταν από ένα τέτοιο κατώτερο είδος μαντείας. Γίνεται μια σκιαγράφηση του χαρακτήρα του από έναν από τους συζητητές: Είχε βεβαιότητα και άκαμπτη δύναμη που πήγαζαν από μια πολλή δυνατή κρίση, παρέμεινε πτωχός με τη θέλησή του σ’ όλη του τη ζωή, δεν απομακρύνθηκε από τη φιλοσοφία παρά τα όσα εμπόδια και όταν έφθασε η στιγμή του τέλους, ενώ μπορούσε να διαφύγει δεν το έκανε. Έτσι δεν μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος να αλλάζει τη γνώμη του από «κληδόνες και πταρμούς».

Έτσι οι συζητητές του Πλουτάρχου προσπαθούν να βρουν κάποια άλλη λύση. Με τέχνη ο Πλούταρχος βάζει έναν πυθαγόρειο, το Θεάνορα, μέσα στο διάλογο. 

Είχε πάει στη Θήβα -όπου γίνεται η συζήτηση για το δαιμόνιο του Σωκράτη- για να αποδώσει τις νεκρικές τελετές που άρμοζαν σε έναν άλλο πυθαγόρειο -το Λύσι- ο οποίος είχε πεθάνει εκεί. Ο συγγραφέας τον εμφανίζει να επικοινωνεί με το «δαιμόνιο» του Λύσιδος. Φαίνεται ότι οι Πυθαγόρειοι είχαν αρκετές γνώσεις των αόρατων κόσμων. Αποκαλύπτει ο Πλούταρχος ότι μπορούσαν να επικοινωνήσουν με την «ψυχή» ενός συντρόφου τους που είχε πεθάνει μέσω των ονείρων. Ο Πυθαγόρειος λοιπόν κάνει μια ανάπτυξη και τονίζει τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, ο οποίος επικοινωνεί με τις λεπτές διαστάσεις. Είναι αυτός, ο οποίος αντιμετωπίζει όλα αυτά που τραβούν την ψυχή προς όλες τις κατευθύνσεις (εδώ κι εκεί), έχει αυτοέλεγχο, ο νους του είναι καθαρός και απαθής και έτσι έχει τη δυνατότητα να ακούει κάποιες άλλες «φωνές» εκτός από αυτές του θορύβου της καθημερινής ζωής. Ο Σωκράτης εμφανίζεται σαν ένας από αυτούς. Μάλιστα τονίζεται ότι «μόλις ανεμίγνυεν εαυτόν με το σώμα προς συμμετοχήν των αναγκαιούντων δια την διατήρησιν του εν τη ζωή, ήτο εξαίρετος δέκτης των θείων ενδείξεων …»

Ακόμη αναφέρεται ότι ο Σωκράτης, όταν κάποιοι ισχυρίζονταν κάτι σχετικά με οράματα, δεν έδινε μεγάλη σημασία. Όταν όμως κάποιος έλεγε ότι άκουσε κάποια «φωνή», τότε τον άκουε προσεκτικά και προσπαθούσε να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα. Φαίνεται ότι διέκρινε την ομοιότητα με τη δική του περίπτωση. Πρωταγωνιστικό ρόλο στη συζήτηση αναλαμβάνει ο Σιμμίας ο οποίος είχε ζήσει αρκετά χρόνια δίπλα στον Σωκράτη και είχε ακούσει πολλές διδασκαλίες απ’ αυτόν.

Μπορούμε να χωρίσουμε το υπόλοιπο του διαλόγου σε δύο μέρη. Στο ένα θίγεται το θέμα της ύπαρξης των αόρατων οντοτήτων, οι οποίες επικοινωνούν με τον άνθρωπο με μια λάμψη του νου ή με σύμβολα. Αλλά αυτές οι άηχες «νοητικές φωνές» δεν βρίσκουν απήχηση σε όλους τους ανθρώπους, αλλά μόνο σε όσους έχουν «το ήθος αθόρυβον και ήσυχον την ψυχήν». Αυτούς τους ανθρώπους αποκαλούμε άγιους ή θείους.

Στο δεύτερο μέρος αναφέρεται ο μύθος του Τιμάρχου του Χαιρωνέως, ο οποίος πέρασε μέσω του μαντείου Τροφωνίου «στον άλλο κόσμο» και επέστρεψε. Διηγήθηκε δε όλα όσα είδε. Αυτός ο μύθος παρόμοιος με αυτούς που έχει τοποθετήσει ο Πλάτωνας στο Γοργία, στο Φαίδωνα και στο μύθο του Ηρός, που εκθέτει στο τελευταίο κεφάλαιο της Πολιτείας, περιέχει πολλές γνώσεις σχετικά με τους αόρατους κόσμους. Αλλά περιέχει και σημαντικές διδασκαλίες και γνώσεις για τα αόρατα σώματα του ανθρώπου. Έτσι μεταξύ άλλων ο Τίμαρχος εμφανίζεται να λέει ότι το ανώτερο μέρος του ανθρώπου βρίσκεται έξω και πάνω από τον άνθρωπο. Λίγοι κατορθώνουν να επικοινωνούν με αυτό. Όσοι επικοινωνούν σωστά το αποκαλούν δαίμονα. Είναι δε αυτό το μέρος που καθορίζει την τύχη των ψυχών των ανθρώπων. Έτσι ακολουθώντας το παράδειγμα του Πλάτωνα ο Πλούταρχος τοποθετεί στο κατάλληλο σημείο ένα μύθο για να δώσει λύση στο θέμα.

Στην αρχαιότητα η λέξη Δαίμων (αρσ. και θηλ.) ήταν, ίσως, η πιο ευσεβής λέξη. Παράγεται από το  δαίω (: μοιράζω στον καθένα την τύχη του).

Αν και συνυπήρχε με τη λέξη Θεός, εντούτοις, ο δαίμων αναφερόταν στην απρόσωπη και απροσδιόριστη δύναμη, ενώ ο θεός στην ανθρωπόμορφη θεϊκή οντότητα. Η έννοια του δαίμονος ισοδυναμούσε με την Μοίρα, την Ειμαρμένη.

Επίσης, στη λέξη  Δαίμονα απέδιδαν την έννοια του φύλακα αγγέλου «κατά φύλακα δαίμονα».

Απ’ εδώ και η λέξη ευδαιμονία (: ευτυχία, προσδιόριζε τον έχοντα την εύνοια του Δαίμονος)

Όμως, στου χρόνου τα γυρίσματα καθιερώνεται η νέα θρησκεία: ο Χριστιανισμός. Η λέξη που δήλωνε τον αγνό θεό των Αρχαίων έπρεπε να αποκτήσει αρνητική σημασία και από συνώνυμο του Θεού γίνεται συνώνυμο του Διαβόλου.

Ο καλός άγγελος γίνεται κακό δαιμόνιο. Οι δαίμονες, πλέον, είναι τα κακά πνεύματα, (ουαί τοις ηττημένοις. )

ο άγγελος του κακού, ο έκπτωτος άγγελος που έχει ως αρχηγό του τον σατανά ( satana στα εβραϊκά: ο αντίπαλος).

Έτσι, δημιουργήθηκαν οι λέξεις: δαιμόνιος, δαιμονισμένος, δαιμονόπληκτος, δαιμονιστής, δαιμονολατρία, πανδαιμόνιο κλπ.

Οι τελευταίες «εστίες αντίστασης» καταγράφονται στη λέξη: ευδαιμονία, όπου ο δαίμων μεταφέρεται με την έννοια του θεού. Έτσι, για να θυμίζει ότι εκεί που τώρα φτύνουμε εμείς (π.χ. «φτου σου δαιμονισμένε»), κάποιοι είχαν εναποθέσει τη σωτηρία της ψυχής τους.

Τι τραβάνε και αυτές οι λέξεις από τους επικυρίαρχους.

Ακόμα κι άλλοι Αρχαίοι  Ύψιστοι  ΦιλόΣοφοι είπαν:

Ηράκλειτος «ήθος ανθρώπω δαίμων» (: Δαίμων/θεός για τον άνθρωπο δεν είναι παρά ο χαρακτήρας του)

Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια (η ευδαιμονία είναι κάποια ενέργεια με τους κανόνες της τέλειας αρετής)

Λυσίας, επιτάφιος, 78, «ο δαίμων ο την ημητέραν μοίραν ειληχώς απαραίτητος»


Ξενοφών, απομνημονεύματα, Α,1, «ως φαίη ο Σωκράτης το δαιμόνιον εαυτώ σημαίνειν» ο Σοφότερος Όλων είπε, ότι, Δαιμόνιον, ο Ανώτερος Έαυτός σημαίνει!!!

''Το Δαιμόνιο είναι εκείνο που τον Σωκράτη στο Γνώθι Σ’ Έαυτόν τον οδήγησε. Όταν δεν έχει ισορροπήσει η Λογική και το Συναίσθημα, ο Νούς με την Καρδιά, όταν το Εγώ νομίζει ότι απο εκείνο εξαρτώνται τα κάτω και τα άνω, τότε, το Εγώ, δεν μπορει να αφουγκραστεί το δαιμόνιο τον ανώτερο Εαυτό, ούτε το Εγώ αφήνει Εκείνο(τον ανώτερο Εαυτό) να δράση. Το Σωκρατικό Δαιμόνιον δηλαδή κατά Σωκράτη ο Ανώτερος  Έαυτος! Είναι, ο Εσωτερικός μας Γκούρου στην Φιλοσοφία του Γιόγκα και ο Σωκράτης ο Εξωτερικός μας Γκούρου! Που σμιλεύει το Εγώ μας ώστε ο ανώτερος Έαυτός μας που σέ όλους τους έμψυχους είναι Εύ(δαίμων) στο Δελφικό Γνώθι Σ’ Εαυτόν να μας Οδηγήσει!!!''Δέλφειος Αττικός-Sivadhyanam




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου